Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Η ζωή μας δίνει ότι ζητήσουμε





Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια νέα κοπέλα η οποία έπιασε δουλειά σε μια εταιρία αμέσως μόλις είχε τελειώσει το σχολείο. Φαινόταν να έχει μεγάλα ταλέντα, αλλά και μεγάλη δειλία.
Την τοποθέτησαν στο τμήμα του μάρκετινγκ όπου βοηθούσε στην παραγωγή διαφημιστικού και άλλου σχετικού υλικού. Ο προϊστάμενος συνδύασε τη δειλία της με πιθανή έλλειψη τεχνικών και αντιληπτικών ικανοτήτων, με αποτέλεσμα να μην περιληφθεί ποτέ σε συσκέψεις σχεδιασμού ή ανάπτυξης ιδεών και απόψεων. Ο ίδιος είχε την άποψη ότι η καλύτερη θέση της ήταν να κάνει τη διάταξη των γραφημάτων και να τα καταχωρεί.
Ενοχλημένη από το γεγονός ότι τα ταλέντα της ξοδεύονταν σε ασήμαντα πράγματα, έκανε αναφορά στη διεύθυνση διαφημίσεων της εταιρίας. Ο αρμόδιος διευθυντής έριξε μια ματιά στο ιστορικό της και την μετέθεσε, χωρίς μάλιστα να συζητήσει μαζί της. Η άποψή του για την κοπέλα ήταν θετική και της ανέθεσε μια σειρά σοβαρών και σημαντικών προγραμμάτων παραγωγής. Η απόδοσή της ήταν εκπληκτική.
Λίγους μήνες αργότερα ο πρώτος της προϊστάμενος βρέθηκε στο γραφείο του διευθυντή, όπου θαύμαζε την καινούργια διαφημιστική καμπάνια της εταιρίας. Το πρόγραμμα αυτό περιλάμβανε διαφημίσεις στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, ολοσέλιδες διαφημίσεις στις εφημερίδες εθνικής κυκλοφορίας και πλήρη ενημερωτικά πακέτα για τον τύπο. Ο προϊστάμενος ρώτησε, «Ποιος έκανε αυτήν την καταπληκτική δουλειά;» και ο διευθυντής απάντησε, «Η κοπέλα εκείνη που μου έστειλες το έφτιαξε. Η καλύτερη κίνηση που έκανα ποτέ μου!»


Ας απαλλάξουμε τον εαυτό μας από αυτούς τους λίγους και φοβισμένους ανθρώπους που μας απορρίπτουν από άγνοια ή αδιαφορία. Το δικαίωμα αυτό εμείς τους το επιτρέπουμε…

Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

Η ευκαιρία





Μια φορά κάποιο παιδάκι ρώτησε τον διπλανό του γείτονα αν θα μπορούσε να κουρέψει το γρασίδι του κήπου του. Ο γείτονας του είπε ότι θα το συζητούσε πρώτα με τον πατέρα του, κι όταν τον ρώτησε εκείνος του είπε, «Δεν πιστεύω ότι θα κατορθώσει να χειριστεί το μηχάνημα. Ποτέ δεν τον άφησα ν’ αγγίξει το δικό μου. Αν εσύ θέλεις, άφησε τον να το κάνει». Ο γείτονας διαβεβαίωσε τον πατέρα ότι θα πρόσεχε πολύ το παιδί του, ώστε να είναι σίγουρος ότι το παιδί θα μπορέσει να χειριστεί το μηχάνημα με ασφάλεια.
Με μεγάλη του έκπληξη ανακάλυψε πως εκείνο όχι μόνο ήξερε πώς να το χειρίζεται αλλά και η δουλειά που έκανε ήταν τόσο καλή ώστε το παρακάλεσε να έρχεται κάθε εβδομάδα να κουρεύει. Ο πατέρας του έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Ποτέ δεν θα το φανταζόμουν», είπε. Γιατί ποτέ δεν του έδωσε μια ευκαιρία.


Ας κρατήσουμε τον φόβο και την ανασφάλεια στην άκρη και ας δώσουμε στους ανθρώπους ευκαιρίες να μας δείξουν τα ταλέντα και τα συναισθήματά τους…

Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Η δύναμη στα ... μικρά





Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας νέος που μόλις είχε αποτοξινωθεί από τα ναρκωτικά. Ο κοινωνικός λειτουργός του είπε ότι θα έπρεπε να αλλάξει τα πάντα στη ζωή του – τα πάντα. Έτσι, στην προσπάθεια της νέας αρχής στη ζωή του, ο φίλος μας ένα πρωί, αντί για μπλουτζίν έβαλε κανονικά παντελόνια. Πέταξε τα έξαλα λουλουδάτα πουκάμισα που φορούσε και φόρεσε μακρυμάνικα μπλουζάκια. Ένα πράγμα όμως δεν γινόταν να εγκαταλείψει, κι αυτό ήταν οι καουμπόικες μπότες του.
Ο φιλαράκος μας πήγε στον επιτηρητή του και του είπε. «Είμαι πρόθυμος να αλλάξω πολλά πράγματα, κι αν πρέπει θα μπορούσα να τις ξεφορτωθώ, αλλά μου φαίνεται τόσο ανόητο».
Ο επιτηρητής του απάντησε, «Δεν ξέρω πόσο δυνατός θα φανείς, αλλά όμως, εκείνο που μπορώ να σου πω είναι ότι δεν είσαι απολύτως πρόθυμος».
«Εντάξει», είπε. «Θα σου το αποδείξω. Θα παρατήσω τις μπότες για 30 μέρες, μόνο και μόνο για να αποδείξω την προθυμία μου».
Έτσι αγόρασε ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια και όταν πέρασαν 30 μέρες χωρίς τις μπότες του, αλλά με τα αθλητικά παπούτσια, συνέβη κάτι πολύ παράξενο στο φίλο μας. Τα πόδια του έπαψαν να πονούν.
Αυτό ήταν το πρώτο βήμα της νέας του ζωής. Ο φίλος μας κατόρθωσε να μείνει  μακριά από τα ναρκωτικά και ταυτόχρονα πέτυχε και κάτι άλλο στη ζωή του. Αποφάσισε να απέχει από την γκρίνια και τα παράπονα για καθετί που πήγαινε στραβά στη ζωή του.
Από τότε, και έχοντας μάθει μέσα από τις μικρές αλλά καταλυτικές εμπειρίες που οι μηδαμινές αυτές αλλαγές έφεραν στη ζωή του, κάθε μέρα κάνει κάτι διαφορετικό, κάποια αλλαγή με κάποιο μικρό τρόπο.

Μπορεί να φορέσει τα ρούχα του με διαφορετικούς συνδυασμούς ή να πάει στη δουλειά του οδηγώντας από έναν άλλον δρόμο. Κάθε μέρα προσπαθεί να κάνει Μικροπράγματα με Μεγάλο Τρόπο, ώστε όταν θα έρθουν Μεγάλα Πράγματα να μπορέσει να τα αντιμετωπίσει με έναν Μικρό Τρόπο.

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Η αληθινή αξία, δεν λάμπει...





Ήταν ένα παγωμένο Κυριακάτικο πρωινό. Η εκκλησία του χωριού είχε αρχίσει να γεμίζει με πιστούς από τις γύρω περιοχές που ερχόντουσαν για να λειτουργηθούν.
Ένας άνθρωπος ήταν γερμένος στον τοίχο, έξω από το ναό. Ήταν σχεδόν ξαπλωμένος σαν να κοιμόταν. Φορούσε ένα μακρύ αδιάβροχο που όλο φαινόταν κουρελιασμένο, κι ένα καπέλο στο κεφάλι του, τόσο χωμένο μέχρι τ’ αυτιά, ώστε δεν έβλεπες το πρόσωπό του. Τα παπούτσια του έμοιαζαν να έχουν περάσει τα 30 χρόνια τους, κι ήταν μικρά για τα πόδια του, με τρύπες παντού που έκαναν τα δάχτυλά του να φαίνονται.
Οι περισσότεροι από τους προσερχόμενους πιστούς συμπέραναν ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν άστεγος, αλλά και κοιμισμένος, κι έτσι τον προσπερνούσαν και έμπαιναν μέσα στο ναό.
Νόμιζαν ότι ήταν ένας από τους συνηθισμένους ζητιάνους που περίμεναν το τέλος της λειτουργίας για να ζητήσουν από τον κόσμο λίγα χρήματα. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να τον καλέσει μέσα.
Λίγο πριν αρχίσει η λειτουργία, όλοι τους περίμεναν τον ιερέα να ξεκινήσει, όταν άνοιξε η κεντρική πύλη του ναού.
Και τότε μπήκε ο «άστεγος» και προχώρησε στον διάδρομο με το κεφάλι του κάτω.
Ο κόσμος ψιθύριζε και έκανε γκριμάτσες δυσαρέσκειας.
Πέρασε όλο τον διάδρομο και ανέβηκε πάνω στον άμβωνα, κι εκεί έβγαλε το καπέλο και το αδιάβροχό του.
Εκεί στεκόταν ο ιερέας που είχε έρθει από μακριά για να κάνει τη θεία λειτουργία εκείνης της Κυριακής… αυτός ήταν ο «άστεγος».
Το εκκλησίασμα έμεινε άναυδο.

«Φίλοι μου, δεν νομίζω ότι θα πρέπει να σας πω περί τίνος πρόκειται να σας κάνω κήρυγμα σήμερα. Αν κρίνετε τους ανθρώπους, δεν έχετε χρόνο να τους αγαπήσετε!»

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Εκτιμάς όλα όσα έχεις;





Μια φορά κι έναν καιρό, ένας χασάπης είναι στο μαγαζί του όταν βλέπει με έκπληξη να μπαίνει μέσα ένας σκύλος. Τον κλωτσάει για να φύγει αλλά σε λίγο ο σκύλος πάλι έρχεται. Τότε πάει κοντά του και βλέπει ότι στο στόμα του έχει ένα σημείωμα. Το παίρνει και διαβάζει, «Θα ήθελα παρακαλώ, 12 λουκάνικα κι ένα ποδαράκι αρνίσιο. Ο σκύλος έχει στο στόμα του τα χρήματα».
Ο χασάπης κοιτάζει μέσα στο στόμα του σκύλου και βλέπει ότι υπάρχει ένα χαρτονόμισμα των 20 ευρώ. Παίρνει λοιπόν τα χρήματα, βάζει τα λουκάνικα και το ποδαράκι σε μια σακούλα, και την δίνει στο στόμα του σκύλου. Όμως είναι τόσο πολύ εντυπωσιασμένος ώστε, μια που ήρθε η ώρα να κλείσει, αποφασίζει να κατεβάσει τα ρολά και να ακολουθήσει τον σκύλο.
Έτσι φεύγουν, εμπρός το σκυλί και πίσω αυτός, και φτάνουν στην κάτω διασταύρωση. Ο σκύλος αφήνει κάτω το δέμα, κάνει ένα πήδημα και πατάει το κουμπί του στοπ. Μετά περιμένει υπομονετικά, με το σακούλι στο στόμα, για να ανάψει το κόκκινο στα φανάρια και όταν ανάβει περπατάει κανονικά στη διάβαση, κι ο χασάπης τον ακολουθεί.
Ο σκύλος φτάνει στη στάση του λεωφορείου και κοιτάζει τον πίνακα των δρομολογίων.
Ο χασάπης τα έχει χαμένα. Ο σκύλος βλέπει την ώρα και μετά βολεύεται σ’ ένα από τα καθίσματα της στάσης. Σε λίγο έρχεται ένα λεωφορείο. Ο σκύλος σηκώνεται, πηγαίνει μπροστά, βλέπει τον αριθμό του και γυρίζει και κάθεται ξανά στη θέση του.
Το λεωφορείο περνάει από την πόλη και προχωρεί στα προάστια κι ο σκύλος κοιτάζει από το παράθυρο. Κάποτε σηκώνεται και προχωρεί προς τα εμπρός, σταματάει στο σωστό σημείο και πατάει το κουμπί της στάσης. Κατεβαίνει με τα ψώνια στο στόμα του.
Κι έτσι, σκύλος και χασάπης περπατούν μαζί στο δρόμο και κάποτε ο σκύλος μπαίνει στην αυλή ενός σπιτιού. Προχωράει στο μονοπάτι και ρίχνει τα ψώνια στο σκαλοπάτι.
Μετά κάνει πίσω αρκετά, παίρνει φόρα και ρίχνεται πάνω στην πόρτα. Ξανακάνει πίσω στο μονοπάτι, τρέχει και ρίχνεται και πάλι πάνω στην πόρτα. Κανείς δεν απαντάει απ’ το σπίτι κι έτσι ο σκύλος πάει πάλι πίσω, πηδάει πάνω από έναν χαμηλό φράχτη, περπατάει γύρω από τον κήπο, φτάνει στην πίσω πόρτα, χτυπάει το κεφάλι του πάνω της αρκετές φορές, κάνει πίσω, πηδάει πάλι τον φράχτη και περιμένει έξω από την κεντρική πόρτα.
Ο χασάπης παρατηρεί και βλέπει έναν μεγαλόσωμο άνδρα να ανοίγει την πόρτα και να αρχίζει να χτυπάει τον σκύλο, να τον κλωτσάει και να του ρίχνει μπουνιές, βρίζοντας τον.
Ο χασάπης ορμάει και τον σταματάει. «Για όνομα του Θεού, τι κάνεις άνθρωπέ μου; Το σκυλί είναι σκέτη ιδιοφυΐα. Θα μπορούσε να βγει στην τηλεόραση!»
Και σ’ αυτά ο άλλος άνδρας απαντάει, «Έξυπνο τον θεωρείς αυτόν; Για δεύτερη φορά ετούτη τη βδομάδα αυτός ο ηλίθιος σκύλος ξέχασε τα κλειδιά του!»


Μερικοί άνθρωποι είναι αδύνατο ποτέ να ικανοποιηθούν από ότι κατέχουν. Η αχαριστία έχει κατακλύσει την πραγματικότητα τους, αντί η ευγνωμοσύνη προς όλα αυτά να είναι κυρίαρχο μέρος της ζωής τους.

Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Οι δύο φίλοι





Ήταν κάποτε δυο φίλοι και γείτονες, ο Νταγκάρ κι ο Ναμπέκ, κι ο δεύτερος είχε ένα καταπληκτικό άλογο. Ο Νταγκάρ ζήλευε και συνεχώς είχε τον πόθο να αποκτήσει αυτό το άλογο που ο Ναμπέκ αρνιόταν να του πουλήσει. Τέλος, ο Νταγκάρ συνέλαβε ένα σχέδιο πώς να εξαπατήσει τον φίλο του και να του πάρει το άλογο. Μεταμφιέστηκε λοιπόν σε ζητιάνο, πήγε στην άκρη ενός δρόμου από όπου περνούσε τακτικά ο Ναμπέκ, ο Νταγκάρ του φώναξε ότι πεινούσε και διψούσε, κι ο Ναμπέκ τον ανέβασε στο άλογο για να τον μεταφέρει κοντά στην αγορά.
Μόλις ο Νταγκάρ πήρε τα ινία στα χέρια του ίσιωσε την πλάτη του, χτύπησε το άλογο και όρμησε μακριά, φωνάζοντας δυνατά στον γείτονα του «Εγώ είμαι ο Νταγκάρ και ποτέ δεν πρόκειται να πάρεις πίσω το άλογό σου!»
Ο Ναμπέκ αντί να τον κυνηγήσει, του φωνάζει να σταματήσει μια στιγμή, κι ο άλλος κρατάει το άλογο σε κάποια απόσταση. Ο Ναμπέκ λέει τότε «Κατά το θέλημα του Αλλάχ, έγινες τώρα κάτοχος του υπέροχου αλόγου μου. Σε παρακαλώ, όμως, μην πεις ποτέ και σε κανέναν τον τρόπο που το απέκτησες».
«Και γιατί;» ρώτησε ο Νταγκάρ
«Αν οι άνθρωποι μάθουν το πώς με κορόιδεψες, τότε θα φοβηθούν και δεν πρόκειται να σταματήσουν στην άκρη του δρόμου να βοηθήσουν κάποιο ζητιάνο που έχει ανάγκη. Ίσως αφήσουν κάποια φτωχή ψυχή να πεθάνει αβοήθητη. Αν μαθευτεί αυτή η ιστορία, το κακό που θα γίνει θα είναι μεγάλο!»

Ο Νταγκάρ άκουσε προσεχτικά, δεν είπε τίποτε για λίγη ώρα, και μετά ξεπέζεψε απ’ το άλογο και το έδωσε πίσω στο αφεντικό του. Γύρισαν παρέα στις σκηνές τους, έκαναν τη συμφωνία της ειρήνης και ορκίστηκαν αιώνια μεταξύ τους φιλία.

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Ανοίξτε πρώτα το βιβλίο...





Κάποτε ήταν ένας νεαρός που τελείωνε τις πανεπιστημιακές του σπουδές. Ο πατέρας του ήταν διάσημος και πολύ πλούσιος συγγραφέας. Ο φίλος μας, εδώ και καιρό, είχε βάλει στο μάτι ένα όμορφο σπορ αυτοκίνητο και ήξερε καλά ότι, ο αρκετά ευκατάστατος πατέρας του, είχε τα χρήματα για να του αγοράσει οτιδήποτε επιθυμούσε.
Καθώς πλησίαζε η ημέρα της αποφοίτησης, ο νεαρός σπουδαστής περίμενε με ανυπομονησία την κίνηση του πατέρα του, που ήξερε πόσο πολύ ήθελε αυτό το όμορφο σπορ αυτοκίνητο. Τελικά, την ημέρα της αποφοίτησης, ο πατέρας του τον κάλεσε στο γραφείο του. Του είπε πόσο περήφανος ήταν για την επιτυχία του και πόσο πολύ τον αγαπούσε, δίνοντάς του ένα όμορφο δώρο σε ένα κουτί.
Περίεργος, και κάπως απογοητευμένος, ο νεαρός άνδρας άνοιξε το κουτί που περιείχε το δώρο και βρήκε μέσα ένα βιβλίο. Το βιβλίο αυτό ήταν ένα από τα βιβλία που είχε γράψει ο πατέρας του, σε μια πολυτελή και καλαίσθητη έκδοση με χρυσά γράμματα τυπωμένα στο δερμάτινο εξώφυλλο. Ο νεαρός μας κάπως θυμωμένος είπε στον πατέρα του: «Παρόλο που είσαι ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας και  πολύ πλούσιος άνθρωπος μου κάνεις σαν δώρο αποφοίτησης ένα από τα βιβλία σου που το έχω διαβάσει, ενώ ξέρεις πόσο πολύ θέλω εδώ και καιρό να αγοράσω αυτό το αυτοκίνητο!» Και έφυγε γυρνώντας του την πλάτη αποφασισμένος να μην του ξαναμιλήσει.
Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια και ο νέος έγινε κι αυτός με τη σειρά του ένας πολύ επιτυχημένος επιχειρηματίας. Απέκτησε ένα ακριβό σπίτι και μια ευτυχισμένη οικογένεια. Κατάλαβε ότι ο πατέρας του θα ήταν γέρος πια και αποφάσισε να πάει να τον επισκεφθεί. Είχε να τον δει από εκείνη την ημέρα που αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο.
Πριν προλάβει να κανονίσει για το αεροπορικό του εισιτήριο, έλαβε ένα τηλεγράφημα που τον ειδοποιούσε ότι ο πατέρας του είχε πεθάνει και του είχε αφήσει όλη του την περιουσία. Το πρώτο του μέλημα ήταν να κανονίσει τα διαδικαστικά θέματα που εκκρεμούσαν.
Φθάνοντας στο πατρικό του η καρδιά του γέμισε θλίψη και μελαγχολία. Άρχισε να ψάχνει τα συρτάρια του πατέρα του που ήταν γεμάτα με έγγραφα και είδε ακόμα τυλιγμένο το δώρο του, όπως ακριβώς το είχε αφήσει πριν μερικά χρόνια. Συγκινημένος, άνοιξε το βιβλίο και άρχισε να ξεφυλλίζει τις σελίδες.
Καθώς εξακολούθησε μηχανικά να ξεφυλλίζει το βιβλίο, ένα κλειδί αυτοκινήτου έπεσε μέσα από αυτό. Το κλειδί είχε σαν μπρελόκ μια ταμπελίτσα με το όνομα του εμπόρου που πουλούσε το σπορ αυτοκίνητο που κάποτε είχε διακαώς επιθυμήσει. Στην ταμπελίτσα ήταν γραμμένη η ημερομηνία αποφοίτησης του από το πανεπιστήμιο και η λέξη «ΕΞΟΦΛΗΘΗ».



Ανοίξτε πρώτα το βιβλίο…. Πριν αποφασίσετε…!

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Χρυσός και διαμάντι





Πριν από πολλά πολλά χρόνια, στην Αίγυπτο, ζούσε ένας διάσημος μυστικιστής με το όνομα Ζουν-Νουν. Ένας νεαρός πήγε να τον επισκεφτεί και τον ρώτησε, «Δάσκαλε, δεν καταλαβαίνω γιατί άνθρωποι σαν κι εσένα ντύνονται με τόσο απλό τρόπο. Αυτήν την εποχή, είναι απαραίτητο να ντύνεται κανείς απλά και για άλλους λόγους, εκτός από την εμφάνιση;»
Ο μυστικιστής περιορίστηκε να χαμογελάσει, πήρε το δακτυλίδι από ένα δάχτυλό του και είπε «Νεαρέ μου φίλε, θα απαντήσω στην ερώτησή σου, αλλά πρώτα θα μου κάνεις μια χάρη. Πάρε αυτό το δακτυλίδι και πήγαινε στην αγορά, απ’ την άλλη μεριά του δρόμου. Μπορείς να το πουλήσεις για ένα φύλλο χρυσού;»
Κοιτάζοντας το βρώμικο δακτυλίδι του Ζουν-Νουν ο νεαρός ήταν όλο αμφιβολία, «Ένα φύλλο χρυσού; Δεν πιστεύω ότι αυτό το δακτυλίδι θα μπορούσε να πιάσει μια τέτοια τιμή».
«Για προσπάθησε πρώτα, νεαρέ μου, ποιος ξέρει, μπορεί να το κάνεις». Κι ο νεαρός μας πήγε γρήγορα στην αγορά και πρόσφερε το δακτυλίδι στους πωλητές υφασμάτων, λαχανικών, κρεάτων, ψαριών κ.λ.π. Τελικά κανείς δεν ήταν πρόθυμος να πληρώσει με ένα φύλλο χρυσού. Επιστρέφει στην κατοικία του Ζουν-Νουν και αναφέρει «Δάσκαλε, κανείς δεν τόλμησε να προσφέρει περισσότερο από ένα φύλλο ασήμι».
Μ’ ένα χαμόγελο όλο σοφία ο Ζουν-Νουν είπε, «Τώρα πήγαινε στο Χρυσοχοείο, πίσω από αυτόν τον δρόμο, δείξε το στον καταστηματάρχη ή στον πωλητή. Μην του πεις, απλά άκουσε πόσο θα πληρώσει γι αυτό το δακτυλίδι».
Ο νεαρός πάει στο κατάστημα κι επιστρέφει με μια έκφραση στο πρόσωπο τελείως διαφορετική. Και αναφέρει, «Δάσκαλε, οι έμποροι στην αγορά σίγουρα δεν ξέρουν την αξία του δακτυλιδιού. Ο έμπορος χρυσού πρόσφερε για το δακτυλίδι χίλια φύλλα χρυσού. Και η αξία του είναι χίλιες φορές μεγαλύτερη από ότι πρόσφεραν οι έμποροι της αγοράς».
Ο Ζουν-Νουν μίλησε απαλά με ένα χαμόγελο, «Αυτή είναι, φίλε μου, η απάντηση στην ερώτηση σου. Δεν μπορεί να αξιολογείται κανείς μόνο από τα ρούχα που φορεί. Τέτοια αξία δίνουν μόνο οι έμποροι της αγοράς. Όχι όμως ο ‘Έμπορος Χρυσού΄».


Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Ο κολλημένος





Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα κορίτσι που το έλεγαν Μαρία. Σε όλους μιλούσε για την πνευματικότητα και θεωρούσε τον εαυτό της δασκάλα, πράγμα που ήταν βέβαια. Η Μαρία είχε τη γνώμη ότι ήταν ένα βαθιά τραυματισμένο πλάσμα, κάτι που πίστευε ότι θα έπρεπε να κρατάει κυρίως για τον εαυτό της, ενώ στην πραγματικότητα το φορούσε σαν κορώνα στο κεφάλι της. Βέβαια αυτά τα τραύματα ήταν απόλυτα δικαιολογημένα, επειδή δεν είχε απολαύσει ότι θα ήθελε σαν παιδί. Είχε την άποψη ότι θα τα ξεπερνούσε αν τα κουβέντιαζε με τους άλλους και ήθελε όλοι να ξέρουν το μυστικό της. Νόμιζε ότι έτσι οι άλλοι θα κατανοούσαν γιατί εκείνη ήταν όπως ήταν και θα την δέχονταν σαν το πονεμένο παιδί που η ίδια ήξερε πολύ καλά. Και στο κάτω – κάτω γνώριζε άριστα όλες τις πνευματικές θεωρίες και τις εφάρμοζε, όσο βέβαια εκείνες της επέτρεπαν, ενώ αυτή εξακολουθούσε να μένει κολλημένη στην τραυματισμένη παιδική της ταυτότητα.

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Μια διαφορετική επανάσταση





Μια φορά κι έναν καιρό, κάποιος ονειρεύτηκε ότι τα χέρια του , τα πόδια του, το στόμα του και το μυαλό του, όλα μαζί άρχισαν να επαναστατούν ενάντια στο στομάχι του.
«Είσαι ένας άχρηστος τεμπέλης!» είπαν τα χέρια. «Όλη μέρα δουλεύουμε, πριονίζουμε και σφυροκοπούμε, σηκώνουμε και κουβαλούμε. Όταν βραδιάσει έχουμε γεμίσει όλο γδαρσίματα και ουλές, οι κλειδώσεις μας πονάνε, κι είμαστε γεμάτα βρώμα, την ώρα που του λόγου σου κάθεσαι και χωνεύεις όλο το φαϊ!»
«Συμφωνούμε!», φώναξαν τα πόδια. «Σκέψου πόσο υποφέρουμε, περπατώντας μπρος και πίσω όλη την ημέρα. Κι εσύ παραγεμίζεσαι, αχόρταγο γουρούνι και γίνεσαι όλο και πιο βαρύ που σε κουβαλάμε!»
«Σωστά τα λέτε!», γκρίνιαξε το στόμα. «Από πού νομίζεις ότι έρχεται όλη αυτή η τροφή που λατρεύεις; Εγώ πρέπει πρώτα να την μασήσω όλη και μόλις τελειώσω, έρχεσαι και την καταπίνεις ολόκληρη για πάρτι σου. Είναι δίκαιο αυτό;»
«Και τι γίνεται μ’ εμένα;» μίλησε το μυαλό. «Νομίζετε ότι είναι εύκολο να είμαι εδώ πάνω και να πρέπει να σκέφτομαι από πού θα έρθει το επόμενο γεύμα σου; Κι όμως δεν παίρνω τίποτε για τον κόπο μου!»
Και όλα τα μέλη και το όργανα του σώματος, το ένα μετά το άλλο, ένιωσαν τα παράπονά τους εναντίον του στομαχιού, το οποίο δεν έλεγε τίποτα.
Τέλος μίλησε το μυαλό, «Έχω μια ιδέα! Ας επαναστατήσουμε όλοι κατά της τεμπέλας κοιλιάς κι ας πάψουμε να δουλεύουμε για δαύτη!»
Όλα τα άλλα όργανα και μέλη συμφώνησαν, «Υπέροχη ιδέα! Τώρα θα σε μάθουμε, πόσο σημαντικά είμαστε, και ίσως αποφασίσεις να δουλέψεις και λιγάκι εσύ το ίδιο!»
Κι έτσι όλα σταμάτησαν να λειτουργούν. Τα χέρια αρνήθηκαν να σηκώνουν και να μεταφέρουν, και τα πόδια να βαδίζουν. Το στόμα υποσχέθηκε να πάψει να μασάει ή να καταπίνει ούτε μια μπουκιά. Και το μυαλό ορκίστηκε ότι δεν θα ξανάφερνε καμιά από τις λαμπρές του ιδέες. Στην αρχή το στομάχι μούγκρισε λίγο, όπως έκανε πάντοτε όταν πεινούσε, αλλά σε λίγη ώρα είχε ηρεμήσει. Μετά όμως, και προς μεγάλη έκπληξή του, ο κοιμισμένος άνθρωπος διαπίστωσε ότι δεν μπορεί να περπατήσει. Δεν μπορούσε να πιάσει κάτι με τα χέρια του, ούτε το στόμα του δεν μπορούσε ν’ ανοίξει. Άρχισε τότε να νιώθει άρρωστος.
Το όνειρο έδειχνε να διαρκεί αρκετές ημέρες. Καθώς περνούσαν οι μέρες, ο άνθρωπος ένιωθε όλο και χειρότερα και άρχισε να σκέφτεται «Καλά θα κάνει αυτή η επανάσταση να μην κρατήσει για πολύ ακόμα γιατί θα πεθάνω από πείνα!»
Στο μεταξύ τα χέρια, τα πόδια, το στόμα και το μυαλό έμεναν άχρηστα και όλο και περισσότερο εξασθενούσαν. Στην αρχή ξεσηκώνονταν λίγο, για να βρίσουν το στομάχι αλλά σε λίγο καιρό δεν είχαν κουράγιο ούτε γι’ αυτό.
Κάποτε τέλος ο άνθρωπος άκουσε μια ασθενική φωνή να έρχεται από την κατεύθυνση των ποδιών του και να λέει: «Δεν αποκλείεται να είχαμε κάνει λάθος. Υποθέτουμε ότι το στομάχι ίσως να δουλεύει με δικό του τρόπο συνέχεια».
«Την ίδια σκέψη κάνω κι εγώ», μουρμούρισε το μυαλό. «Η αλήθεια βέβαια είναι ότι αυτό παίρνει όλο το φαι αλλά φαίνεται ότι μας στέλνει πίσω το περισσότερο απ’ αυτό».
«Θα πρέπει να παραδεχτούμε το λάθος μας», είπε το στόμα.
«Το στομάχι έχει να κάνει τόση δουλειά όση τα χέρια και τα πόδια και το μυαλό και τα δόντια».
«Τότε ας ξαναπιάσουμε τη δουλειά μας», φώναξαν όλα μαζί. Και στο σημείο αυτό ο άνθρωπός μας ξύπνησε.
Με μεγάλη ανακούφιση διαπίστωσε ότι τα πόδια του μπορούσαν και πάλι να βαδίσουν, τα χέρια του να πιάνουν, το στόμα του να μασάει και το μυαλό του να σκέπτεται καθαρά, οπότε άρχισε να αισθάνεται πολύ καλύτερα.

«Να ένα ωραίο μάθημα για μένα», σκέφτηκε καθώς γέμιζε το στομάχι του στο πρωινό του. «Είτε όλοι μας δουλεύουμε μαζί, είτε δεν δουλεύει τίποτε!»