Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

Μονόλογος





Λυπάμαι, αλλά δεν θέλω να γίνω αυτοκράτορας – δεν είναι αυτή η δουλειά μου. Δεν θέλω να κυβερνήσω ή να κατακτήσω κανέναν. Αν είναι δυνατόν, θέλω να βοηθούμε ο ένας τον άλλον, έτσι είναι τα ανθρώπινα όντα. Θέλουμε να ζήσουμε ο ένας από την ευτυχία του άλλου και όχι από τη δυστυχία του. Δεν θέλουμε να μισούμε και να περιφρονούμε ο ένας τον άλλον. Σε αυτόν τον κόσμο υπάρχει χώρος για τον καθένα και η καλή γη είναι πλούσια και μπορεί να μας θρέψει όλους.
Ο τρόπος που ζούμε μπορεί να είναι ελεύθερος και όμορφος.
Αλλά έχουμε χάσει αυτόν τον τρόπο.
Η πλεονεξία έχει δηλητηριάσει τις ψυχές των ανθρώπων, έχει περιφράξει τον κόσμο με μίσος και με βηματισμό χήνας μας έχει φέρει στη δυστυχία και στην αιματοχυσία. Έχουμε αναπτύξει ταχύτητα αλλά έχουμε κλείσει τους εαυτούς μας. Τα μηχανήματα που δίνουν την αφθονία, μας έχουν παρατήσει στην έλλειψη. Η γνώση μας έχει κάνει κυνικούς ενώ η ευφυΐα μας είναι σκληρή και αγενής. Σκεφτόμαστε πάρα πολύ και αισθανόμαστε λιγότερο. Περισσότερο από τα μηχανήματα, χρειαζόμαστε την ανθρωπότητα. Περισσότερο από την ευφυΐα, χρειαζόμαστε την ευγένεια και την τρυφερότητα. Χωρίς αυτές τις ποιότητες, η ζωή θα είναι βίαιη και όλα θα χαθούν.


Μονόλογος του Charlie Chaplin

Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Η πετρόσουπα





Σ’ ένα χωριό βρέθηκαν τρεις φαντάροι πεινασμένοι και κατάκοποι από τη μάχη. Οι χωριανοί, έχοντας υποφέρει από φτωχή σοδειά κι από πολλά χρόνια πολέμου, έκρυψαν αμέσως ότι λιγοστό τους είχε απομείνει για να τρώνε, και πήγαν να δουν τους τρεις στρατιώτες κάτω στην πλατεία του χωριού, στριφογυρίζοντας τα άδεια χέρια τους και γκρινιάζοντας που δεν είχαν τίποτα να φάνε.
Οι φαντάροι κουβέντιασαν ήσυχα για λίγο μεταξύ τους, και μετά ο πρώτος απ’ αυτούς στράφηκε προς τους γεροντότερους. «Τα ταλαιπωρημένα σας χωράφια δεν σας άφησαν τίποτα να προσφέρετε, κι έτσι θα μοιραστούμε μαζί σας αυτό το λίγο που διαθέτουμε: το μυστικό να βράζουμε σούπα από πέτρες».
Ήταν φυσικό οι χωριάτες να ξεσηκωθούν, κι έτσι σε λίγο φούντωσε μια καλή φωτιά, με πάνω της το μεγαλύτερο καζάνι που υπήρχε στο χωριό και μέσα στο οποίο οι στρατιώτες έριξαν τρεις λείες πέτρες… «Αυτή η σούπα θα γίνει θαυμάσια», είπε ο δεύτερος στρατιώτης, «όμως λίγο αλατάκι και λίγος μαϊντανός θα την έκανε ακόμα καλύτερη!» Και να ένας χωρικός που σηκώθηκε πάνω φωνάζοντας «Μεγάλη τύχη έχουμε! Μόλις θυμήθηκα που έχω λιγάκι αλάτι και μαϊντανό». Έφυγε τρέχοντας και γύρισε πίσω με την ποδιά γεμάτη μαϊντανό και ένα γογγύλι. Όση ώρα το καζάνι έβραζε η μνήμη των χωρικών αύξανε: σε λίγη ώρα ήρθαν και προστέθηκαν στο καζάνι κριθάρι, καρότα, κρέας, λάδι και μια νταμιτζάνα κρασί παρουσιάστηκε στην πλατεία καθώς όλοι κάθισαν να το γλεντήσουν.
Έφαγαν, χόρεψαν και τραγούδησαν όλη τη νύχτα, ανανεωμένοι από τη γιορτή και από τους καινούργιους τους φίλους. Το πρωί οι τρεις φαντάροι ξύπνησαν και είδαν όλο το χωριό να στέκει όρθιο μπροστά τους. Στα πόδια τους βρισκόταν ένα σακί με τα καλύτερα ψωμιά και τυριά του χωριού. Κι ένας γέροντας τους είπε, «Μας προσφέρατε το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσατε: Το μυστικό πώς να βράζουμε σούπα από πέτρες, κι αυτό ποτέ δεν θα το ξεχάσουμε». Ο τρίτος στρατιώτης στράφηκε στον κόσμο και είπε: «Δεν υπάρχει κανένα μυστικό, αλλά ένα πράγμα είναι σίγουρο…. Μόνο με τη μοιρασιά μπορούμε να γιορτάζουμε και να γλεντάμε».

Και με αυτά τα λόγια οι στρατιώτες έφυγαν προχωρώντας στον δρόμο τους.

Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Για το περιβάλλον που χάνεται...





Μια φορά κι έναν καιρό, το ποντίκι κοίταξε μέσα από την τρύπα του και είδε τον αγρότη και τη γυναίκα του να ανοίγουν ένα δέμα.
Προς μεγάλο του τρόμο, είδε ότι το δέμα αυτό περιείχε μια ποντικοπαγίδα.
Φεύγοντας τρέχοντας από το κτήμα, το ποντίκι άρχισε να διαλαλεί το γεγονός: «Στο αγρόκτημα υπάρχει ποντικοπαγίδα! Στο αγρόκτημα υπάρχει ποντικοπαγίδα!»
Το κοτόπουλο στραβομουτσούνιασε και του είπε: «Κοίταξε να δεις, αυτό εσένα πρέπει να αφορά και όχι εμένα. Μη με ενοχλείς».
Το ποντίκι πήγε στο γουρούνι και του είπε «Υπάρχει μια ποντικοπαγίδα στο αγρόκτημα!» Το γουρούνι με συμπάθεια του απάντησε, «Πολύ λυπάμαι, κύριε ποντικέ, αλλά εγώ δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό, εκτός από το να προσευχηθώ. Θα σε συμπεριλάβω στις προσευχές μου.»
Το ποντίκι βρήκε την αγελάδα και της είπε το νέο, «Υπάρχει μια ποντικοπαγίδα στο αγρόκτημα!» Η αγελάδα είπε, «Λυπάμαι, φίλε μου, αλλά εμένα δεν μου πέφτει λόγος».
Απογοητευμένο το ποντίκι γύρισε πίσω στο αγρόκτημα. Εκείνη τη νύχτα ένας μεγάλος θόρυβος συγκλόνισε το σπίτι. Ήταν ένας θόρυβος σαν κι αυτόν που κάνει η ποντικοπαγίδα όταν αιχμαλωτίζει το θήραμά της.
Η γυναίκα του αγρότη έτρεξε να δει τι συνέβη. Στο σκοτάδι, δεν μπόρεσε να δει ότι ένα δηλητηριώδες φίδι είχε πιαστεί από την ποντικοπαγίδα και προσπαθούσε μανιασμένα να απελευθερωθεί. Το φίδι την δάγκωσε. Ο αγρότης εσπευσμένα την πήγε στο νοσοκομείο και την έφερε πίσω με πυρετό.
Όλοι ξέρουμε πως ο πυρετός πέφτει με μια φρέσκια κοτόσουπα. Έτσι, ο αγρότης έσφαξε το κοτόπουλο για να φτιάξει τη σούπα που θα μαγείρευε στην άρρωστη γυναίκα του.
Αλλά η αρρώστια δεν πέρασε. Έτσι, συγγενείς και φίλοι άρχισαν να επισκέπτονται την άρρωστη γυναίκα μέρα και νύχτα. Για να τους ταίσει ο αγρότης αναγκάστηκε να σφάξει το γουρούνι.
Η γυναίκα τελικά πέθανε. Στην κηδεία της ήρθε όλο το χωριό και ο αγρότης χρειάστηκε αρκετό κρέας για το επικήδειο γεύμα κι έτσι έσφαξε την αγελάδα.
Το ποντίκι τα έβλεπε όλα αυτά από την τρύπα του με μεγάλη στεναχώρια…


Η σωτηρία του πλανήτη που μας φιλοξενεί είναι υπόθεση όλων μας….

Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

Τα παιδιά ήταν μόνα τους





Η μητέρα τους είχε φύγε από νωρίς το πρωί και τα είχε αφήσει στη Μαρίνα, μια νέα δεκαοχτώ χρόνων, την οποία έπαιρνε κάποιες φορές για λίγες ώρες προκειμένου να τα προσέχει με αντάλλαγμα μερικά νομίσματα.
Από τότε που είχε πεθάνει ο πατέρας, οι καιροί είχαν δυσκολέψει πολύ για να το ρισκάρει να λείψει από τη δουλειά όταν η γιαγιά αρρώσταινε ή έλειπε από την πόλη.
Όταν ο φίλος της κοπέλας τηλεφώνησε για να της προτείνει μια βόλτα με το καινούριο του αυτοκίνητο, η Μαρίνα δεν δίστασε και πολύ. Άλλωστε, τα παιδιά κοιμούνταν όπως κάθε απόγευμα, και δεν θα ξυπνούσαν πριν τις πέντε.
Μόλις άκουσε την κόρνα, άρπαξε την τσάντα της κι άφησε ανοιχτό το ακουστικό του τηλεφώνου. Προνόησε να κλειδώσει την πόρτα του δωματίου και φύλαξε το κλειδί στην τσέπη της. Δεν ήθελε να διακινδυνέψει να ξυπνούσε ο Πάντσο και να κατέβαινε τη σκάλα για να την ψάξει, γιατί, όπως και να ‘χει, ήταν μόνο έξι χρόνων, και με την παραμικρή απροσεξία μπορούσε να σκοντάψει και να χτυπήσει. Επίσης, σκέφτηκε ότι αν συνέβαινε αυτό, δεν θα ήξερε πώς να εξηγήσει στην μητέρα το λόγο για τον οποίο το παιδί δεν την είχε βρει.
Ίσως να ήταν ένα βραχυκύκλωμα στην τηλεόραση ή σε κάποιο από τα φώτα του σαλονιού, ή μπορεί μια φλόγα στα καυσόξυλα – το θέμα είναι ότι όταν οι κουρτίνες άρχισαν να καίγονται, η φωτιά έφτασε γρήγορα στην ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια.
Τον ξύπνησε ο βήχας του μωρού, εξαιτίας του καπνού που περνούσε κάτω απ’ την πόρτα. Χωρίς να σκεφτεί, ο Πάντσο πήδηξε απ’ το κρεβάτι και πίεσε με δύναμη το πόμολο για ν’ ανοίξει την πόρτα, αλλά δεν τα κατάφερε.
Όπως και να ‘χει, ακόμα κι αν το είχε καταφέρει, οι φλόγες θα είχαν καταβροχθίσει τον ίδιο και τον λίγων μηνών αδερφό του σε ελάχιστα λεπτά.
Ο Πάντσο φώναξε τη Μαρίνα, αλλά κανείς δεν απάντησε στην έκκλησή του. Έτσι, έτρεξε στο τηλέφωνο του δωματίου (αυτός ήξερε πώς να παίρνει τηλέφωνο τη μαμά του) αλλά δεν υπήρχε γραμμή.
Ο Πάντσο συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να βγάλει τον αδελφό του από ‘κει μέσα. Προσπάθησε να ανοίξει το παράθυρο που έβγαζε στο περβάζι, αλλά ήταν αδύνατο για τα μικρά του χέρια να λύσει την ασφάλεια και – ακόμα και αν τα κατάφερνε - , θα έπρεπε να ξεμπλέξει το συρμάτινο πλέγμα που οι γονείς του είχαν βάλει για προστασία.
Όταν οι πυροσβέστες τελείωσαν με το σβήσιμο της φωτιάς, το θέμα συζήτησης όλων ήταν το ίδιο:
-Πώς μπόρεσε αυτό το τόσο μικρό παιδί να σπάσει με την κρεμάστρα το τζάμι και μετά τη σήτα;
-Πώς μπόρεσε να φορτώσει το μωρό στο σακίδιο;
-Πώς μπόρεσε να περπατήσει στο περβάζι κουβαλώντας σημαντικό βάρος και να κατέβει από το δέντρο;
-Πώς μπόρεσε να σώσει τη ζωή του αδελφού του και τη δική του;
Ο ηλικιωμένος πυροσβέστης, άνθρωπος σοφός που όλοι σέβονταν, τους έδωσε την απάντηση:

«Ο μικρός Πάντσο ήταν μόνος… Δεν είχε κανέναν να του πει ότι δεν θα μπορούσε.»

Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

Συνειδητοποίηση





Σηκώνομαι το πρωί.
Βγαίνω από το σπίτι μου.
Υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο.
Δεν την βλέπω
και πέφτω μέσα.

Την επόμενη μέρα
βγαίνω απ’ το σπίτι μου,
ξεχνάω ότι υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο,
και ξαναπέφτω μέσα.

Την τρίτη μέρα
βγαίνω απ’ το σπίτι μου προσπαθώντας να θυμηθώ
ότι υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο.
Ωστόσο, δεν το θυμάμαι
και πέφτω μέσα.

Την τέταρτη μέρα
βγαίνω απ’ το σπίτι μου προσπαθώντας να θυμηθώ
την τρύπα στο πεζοδρόμιο.
Τη θυμάμαι και,
παρόλα αυτά,
δεν τη βλέπω και πέφτω μέσα.

Την πέμπτη μέρα
βγαίνω απ’ το σπίτι μου.
Θυμάμαι ότι πρέπει να έχω στο νου μου
την τρύπα στο πεζοδρόμιο
και περπατάω κοιτάζοντας κάτω.
Την βλέπω και,
παρόλο που την βλέπω,
πέφτω μέσα.

Την έκτη μέρα
βγαίνω απ’ το σπίτι μου.
Θυμάμαι την τρύπα στο πεζοδρόμιο.
Πηγαίνω ψάχνοντάς την με τα μάτια μου.
Την βλέπω,
προσπαθώ να πηδήξω από πάνω,
αλλά πέφτω μέσα.

Την έβδομη μέρα
βγαίνω απ’ το σπίτι μου.
βλέπω την τρύπα.
παίρνω φόρα,
πηδάω,
φτάνω με την άκρη των ποδιών μου
ως την άλλη μεριά,
αλλά όχι αρκετά μακριά, και πέφτω μέσα.

Την όγδοη μέρα,
βγαίνω απ’ το σπίτι μου,
βλέπω την τρύπα,
παίρνω φόρα,
πηδάω,
φτάνω στην άλλη άκρη!
Αισθάνομαι τόσο υπερήφανος που τα κατάφερα
που χοροπηδάω από τη χαρά μου…
Και, έτσι όπως χοροπηδάω,
ξαναπέφτω μέσα.

Την ένατη μέρα,
βγαίνω απ’ το σπίτι μου,
βλέπω την τρύπα,
παίρνω φόρα,
πηδάω
και συνεχίζω τον δρόμο μου.

Τη δέκατη μέρα,
σήμερα μόλις,
συνειδητοποιώ
ότι είναι πιο βολικό
να περπατάω…

στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Σάββατο, 26 Αυγούστου 2017

Όνειρα σπόροι





Μέσα στη σιωπή της σκέψης μου
αντιλαμβάνομαι τον εσωτερικό μου κόσμο
σαν έναν σπόρο,
κατά κάποιον τρόπο μικρό κι ασήμαντο,
αλλά και γεμάτο δυνατότητες.

Και βλέπω μέσα του
το σπέρμα ενός θαυμάσιου δέντρου,
του δέντρου της ζωής μου,
σε διαδικασία εξέλιξης.

Κάθε μικρός σπόρος περιέχει
το πνεύμα του δέντρου που θα γίνει μετά.

Κάθε σπόρος ξέρει πώς να μετατραπεί σε δέντρο
πέφτοντας σε γόνιμη γη,
απορροφώντας τους χυμούς που τον τρέφουν,
απλώνοντας τα κλαδιά και τα φύλλα του,
γεμίζοντας καρπούς και λουλούδια
για να μπορέσει να δώσει ότι έχει να δώσει.

Κάθε σπόρος ξέρει
πώς θα καταφέρει να γίνει δέντρο.
Και τόσοι είναι οι σπόροι
όσα και τα κρυφά όνειρα.

Μέσα μας, αμέτρητα όνειρα
περιμένουν τη στιγμή που θα γονιμοποιηθούν,
θα πετάξουν ρίζες και θα γεννηθούν,
θα πεθάνουν σαν σπόροι…
για να γίνουν δέντρα.

Δέντρα θαυμάσια και περήφανα
που όλα μαζί μας λένε, σταθερά,
ν’ ακούμε την εσωτερική μας φωνή,
ν’ ακούμε προσεκτικά
τη σοφία των ονείρων – σπόρων που έχουμε μέσα μας.

Αυτά τα όνειρα δείχνουν το δρόμο
με σημάδια και σύμβολα όλων των ειδών,
σε κάθε γεγονός, σε κάθε στιγμή,
στα πράγματα και στα πρόσωπα,
στον πόνο και στην ευχαρίστηση,
στο θρίαμβο και στην αποτυχία.

Το όνειρο μας μαθαίνει, στον ύπνο ή στο ξύπνημα,
να βλέπουμε, να ακούμε, να συνειδητοποιούμε.
Μας δείχνει την πορεία με φευγαλέα προαισθήματα
ή με εκτυφλωτικά φωτεινές αστραπές.

Κι έτσι μεγαλώνουμε
αναπτυσσόμαστε
και εξελισσόμαστε…

Κι μια μέρα, ενώ διασχίζουμε
αυτό το αιώνιο παρόν που ονομάζουμε ζωή,
οι σπόροι των ονείρων μας
θα μετατραπούν σε δέντρα
και θα ξεδιπλώσουν τα κλαδιά τους,
που σαν γιγάντια φτερά
θα διασχίσουν τον ουρανό,
ενώνοντας με μία μόνο γραμμή
το παρελθόν μας με το μέλλον μας.

Δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε…
Τους συνοδεύει μια εσωτερική σοφία…
Γιατί κάθε σπόρος ξέρει

Πώς να γίνει δέντρο.

Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

Ο τσάρος και η αρκούδα





Μια μέρα, ο τσάρος ανακάλυψε ότι ένα από τα κουμπιά της αγαπημένης του ζακέτας είχε κοπεί.
Ο τσάρος ήταν ιδιότροπος, αυταρχικός και σκληρός (όπως όλοι όσοι μπλέκονται για πολύ καιρό με την εξουσία). Έτσι, οργισμένος εξαιτίας της απουσίας του κουμπιού, έστειλε να βρουν τον ράφτη και διέταξε να αποκεφαλιστεί την επόμενη μέρα από τον μπαλτά του δήμιου.
Κανείς δεν αντιμιλούσε στον αυτοκράτορα ολόκληρης της Ρωσίας, έτσι ο φρουρός πήγε μέχρι το σπίτι του ράφτη και, τραβώντας τον μέσα από τα χέρια της οικογένειάς του, τον πήγε στο μπουντρούμι του παλατιού για να περιμένει εκεί τον θάνατό του.
Το ηλιοβασίλεμα, όταν ο δεσμοφύλακας οδήγησε το ράφτη στο τελευταίο του δείπνο, αυτός τίναξε το κεφάλι και μουρμούρισε: «Καημένε τσάρε».
Ο φρουρός δεν μπόρεσε να κρατήσει τα γέλια του.
«Καημένε τσάρε; Καημένος είσαι εσύ. Το κεφάλι σου θα βρίσκεται αρκετά μακριά από το  σώμα σου, αύριο κιόλας».
«Εσύ δεν καταλαβαίνεις» είπε ο ράφτης. «Τι είναι πιο σημαντικό απ’ όλα για τον τσάρο μας;»
«Πιο σημαντικό απ’ όλα;» απάντησε ο φρουρός. «Δεν ξέρω. Ο λαός του».
«Μην είσαι χαζός. Λέω κάτι πραγματικά σημαντικό γι’ αυτόν.»
«Η γυναίκα του;»
«Πιο σημαντικό!»
«Τα διαμάντια!» προσπάθησε να μαντέψει ο δεσμοφύλακας.
«Τι είναι αυτό που ενδιαφέρει τον τσάρο πιο πολύ απ’ όλα στον κόσμο;»
«Το βρήκα! Η αρκούδα του!»
«Αυτό. Η αρκούδα του.»
«Και;»
«Αύριο, όταν ο δήμιος θα έχει τελειώσει μαζί μου, ο τσάρος θα έχει χάσει τη μοναδική ευκαιρία που είχε να κάνει την αρκούδα του να μιλήσει.»
«Εσύ είσαι εκπαιδευτής για αρκούδες;»
«Ένα παλιά οικογενειακό μυστικό…» είπε ο ράφτης. «Καημένε τσάρε…»
Θέλοντας να κερδίσει την εύνοια του τσάρου, ο φτωχός φρουρός έτρεξε να διηγηθεί στον άρχοντα την ανακάλυψή του.
Ο ράφτης μπορούσε να μάθει στις αρκούδες να μιλάνε!
Ο τσάρος ξετρελάθηκε. Έστειλε να βρουν αμέσως τον ράφτη και, όταν τον είχε μπροστά του, τον διέταξε:
«Μάθε στην αρκούδα μου τη γλώσσα μας!»
Ο ράφτης έσκυψε το κεφάλι.
«Θα ήθελα πολύ να σας ευχαριστήσω, μεγαλειότατε, αλλά το να μάθεις σε μια αρκούδα να μιλάει είναι μια εργασία επίπονη και απαιτεί χρόνο… Δυστυχώς, ο χρόνος είναι αυτό που μου λείπει περισσότερο.»
«Πόσο χρόνο θα πάρει η εκπαίδευση;» ρώτησε ο τσάρος.
«Εξαρτάται από την ευφυΐα της αρκούδας…»
«Η αρκούδα είναι πολύ ευφυής!» διέκοψε ο τσάρος. «Στην πραγματικότητα, είναι η πιο ευφυής αρκούδα της Ρωσίας.»
«Ωραία. Αν η αρκούδα είναι ευφυής… κι έχει όρεξη για μάθηση… εγώ νομίζω… ότι τα μαθήματα θα διαρκέσουν… θα διαρκέσουν… όχι λιγότερο από… δύο χρόνια!»
Ο τσάρος έμεινε σκεφτικός για μια στιγμή.
«Ωραία. Η ποινή σου θα αναβληθεί για δύο χρόνια, όσο θα εκπαιδεύεις την αρκούδα. Αύριο αρχίζεις!» διέταξε.
«Μεγαλειότατε» είπε ο ράφτης, «αν εσύ με στείλεις στο δήμιο για να μου πάρει το κεφάλι, αύριο θα είμαι νεκρός και η οικογένειά μου θα επινοήσει τρόπους για να επιβιώσει. Αλλά, αν μου μετατρέψεις την ποινή, δεν θα έχω πια χρόνο για να αφιερώσω στην αρκούδα σου… Θα πρέπει να δουλεύω σαν ράφτης για να συντηρώ την οικογένειά μου…»
«Αυτό δεν είναι πρόβλημα» είπε ο τσάρος. «Από σήμερα και για δύο χρόνια, εσύ και η οικογένειά σου θα βρίσκεστε υπό την βασιλική προστασία. Θα σας παρέχεται ενδυμασία, διατροφή και εκπαίδευση από τα λεφτά του τσάρου, και κανείς δεν θα σας αρνηθεί τίποτα απ’ όσα χρειάζεστε ή επιθυμείτε. Αλλά… αν σε δύο χρόνια η αρκούδα δεν μιλάει… θα μετανιώσεις την ώρα και τη στιγμή που σκέφτηκες αυτήν την πρόταση. Θα εύχεσαι να σε είχε σκοτώσει ο δήμιος… Καταλαβαίνεις, έτσι;»
«Μάλιστα, μεγαλειότατε!»
«Ωραία. Φρουροί!» φώναξε ο τσάρος. «Να οδηγηθεί ο ράφτης στο σπίτι του με την άμαξα της Αυλής. Δώστε του δύο σακούλες χρυσάφι, φαγητό και δώρα για τα παιδιά του. Τώρα! Έξω!»
Ο ράφτης, υποκλινόμενος και περπατώντας προς τα πίσω, άρχισε να αποσύρεται μουρμουρίζοντας ευχαριστίες.
«Μην ξεχνάς ράφτης» του είπε ο τσάρος σημαδεύοντας τον με το δάχτυλο. «Αν σε δύο χρόνια η αρκούδα δεν μιλάει…»
Ενώ όλοι στο σπίτι έκλαιγαν για το χαμό του πατέρα της οικογένειας, ο ράφτης εμφανίστηκε στο σπίτι με την άμαξα του τσάρου χαμογελαστός, ευτυχισμένος και φέρνοντας δώρα σε όλους.
Η γυναίκα του ράφτη δεν πίστευε στα μάτια της. Ο άντρας της, ο οποίος λίγες ώρες πριν είχε οδηγηθεί στο δήμιο, επέστρεφε τώρα πανηγυρίζοντας, νικητής και πλούσιος…
Όταν έμειναν μόνοι, της διηγήθηκε τα γεγονότα.
«Είσαι τρελός!» φώναξε η γυναίκα. «Να μάθεις την αρκούδα του τσάρου να μιλάει! Εσύ, που ούτε καν έχεις δει αρκούδα από κοντά. Είσαι τρελός. Να μάθεις μια αρκούδα να μιλάει… Τρελός, είσαι τρελός…»

«Ηρέμησε, γυναίκα, ηρέμησε. Κοίτα, θα μου έκοβαν το κεφάλι αύριο την αυγή, και τώρα έχω δύο χρόνια. Σε δύο χρόνια μπορεί να συμβούν τόσα πράγματα… Σε δύο χρόνια» συνέχισε ο ράφτης, «μπορεί να πεθάνει ο τσάρος… μπορεί να πεθάνω εγώ… αλλά το πιο σημαντικό… μπορεί να μιλάει η αρκούδα!»

Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017

Να γνωρίζεις χωρίς να θέλεις





Κι αν είναι αλήθεια πως πια δε μ’ αγαπάς
σου το ζητάω,
σε παρακαλώ,
μη μου το πεις!

Χρειάζομαι σήμερα
κι ακόμα
να ταξιδεύω
αθώος στα ψέματά σου…

Θα κοιμηθώ χαμογελώντας
και πολύ ήρεμος.
Θα ξυπνήσω
πολύ νωρίς το πρωί.

Και θα βουτήξω ξανά στα βαθιά
στο υπόσχομαι…

Αλλά αυτή τη φορά,
χωρίς κουράγιο για διαμαρτυρία ή αντίσταση,
θα βυθιστώ με τη θέλησή μου και χωρίς επιφυλάξεις

στη βαθιά απεραντοσύνη της εγκατάλειψής σου…

Χ.ΜΠΟΥΚΑΙ (Ιστορίες να σκεφτείς)

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Θέλω





Θέλω να με ακούς χωρίς να με κρίνεις
Θέλω τη γνώμη σου χωρίς συμβουλές
Θέλω να με εμπιστεύεσαι χωρίς απαιτήσεις
Θέλω τη βοήθειά σου, κι όχι να αποφασίζεις για μένα
Θέλω να με προσέχεις χωρίς να με ακυρώνεις
Θέλω να με κοιτάς χωρίς να προβάλλεις τον εαυτό σου
σε μένα
Θέλω να με αγκαλιάζεις χωρίς να με κάνεις να ασφυκτιώ
Θέλω να μου δίνεις ζωντάνια χωρίς να με σπρώχνεις
Θέλω να με υποστηρίζεις χωρίς να με φορτώνεσαι
Θέλω να με προστατεύεις χωρίς ψέματα
Θέλω να πλησιάζεις χωρίς να εισβάλλεις
Θέλω να ξέρεις τις πλευρές μου που πιο πολύ σε ενοχλούν
Να τις αποδέχεσαι και να μην προσπαθείς να τις αλλάξεις
Θέλω να ξέρεις… πως σήμερα μπορείς…
να βασίζεσαι πάνω μου…
Χωρίς όρους.



Χ. ΜΠΟΥΚΑΙ (Γράμματα στην Κλαούντια)

Τρίτη, 22 Αυγούστου 2017

Η συγχώρεση





Μια φορά, ένας άνθρωπος πλησίασε τον Βούδα και, απρόβλεπτα, χωρίς να βγάλει λέξη, τον έφτυσε στο πρόσωπο. Οι μαθητές, φυσικά, εξοργίστηκαν.
Ο Ανάντα, ο μαθητής που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν δίπλα του, γονάτισε μπροστά στον Βούδα και του είπε:
«Δώσε μου την άδεια να δείξω σ’ αυτόν τον άνθρωπο τι έκανε!»
Ο Βούδας σκούπισε γαλήνια το πρόσωπό του και είπε στον Ανάντα:
«Όχι. Θα μιλήσω εγώ μαζί του» και βάδισε προς το σημείο όπου βρισκόταν ο άνθρωπος και μιλούσε με άλλους, καμαρώνοντας για το «κατόρθωμά» του. Φτάνοντας δίπλα του, ο Βούδας ένωσε τις παλάμες των χεριών του σε ένδειξη τιμής και του μίλησε:
«Συγνώμη που διακόπτω την κουβέντα σου. Ήρθα σ’ εσένα για να σ’ ευχαριστήσω ταπεινά γι’ αυτό που έκανες… Ευχαριστώ! Σου χρωστάμε όλοι χάρη! Σε παρακαλώ, κάθε φορά που θα νιώθεις την ακατανίκητη επιθυμία να φτύσεις κάποιον, θυμήσου ότι μπορείς να έρχεσαι σ’ εμένα. Ευχαριστώ».
Η συγκίνηση του ανθρώπου ήταν μεγάλη… Δεν μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά του. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που συνέβαινε. Είχε έρθει για να προκαλέσει την οργή του Βούδα, και είχε αποτύχει.
Εκείνη τη νύχτα δεν κατάφερε στιγμή να αναπαυτεί. Στριφογύριζε στο κρεβάτι του, ο ύπνος δεν ερχόταν και οι σκέψεις τον κυνηγούσαν διαρκώς. Είχε φτύσει τον Βούδα κατάμουτρα κι αυτός είχε μείνει τόσο γαλήνιος, τόσο ήρεμος, λες και δεν είχε συμβεί τίποτα…
Το επόμενο πρωί, πολύ νωρίς, γύρισε βιαστικά, έπεσε στα πόδια του Βούδα και είπε:
«Σε παρακαλώ, συγχώρεσε με για χθες…»
Κι ο Βούδας απάντησε:
«Εγώ δεν μπορώ να σε συγχωρήσω, αφού, για να το κάνω, θα έπρεπε να είχα θυμώσει – κι αυτό δεν συνέβη. Πάντα αμφέβαλα για το κατά πόσο μπορεί να με κυριέψει ή όχι η οργή, και χάρη στην πράξη σου διαπίστωσα ότι μου είναι πια αδύνατον. Όμως, βοήθησε τον αγαπημένο μου μαθητή, τον Ανάντα, να μάθει  ότι η οργή τον απομακρύνει από το κέντρο του.»
«Εγώ, όμως, χρειάζομαι τη συγχώρεση, δάσκαλε, γιατί δεν μπόρεσα να κοιμηθώ όλη νύχτα».
«Πέρασε μια ολόκληρη μέρα από χτες, και σε βεβαιώνω ότι δεν υπάρχει κάτι για να σου το συγχωρήσω» είπε ο Βούδας, «αλλά, αν έχεις ανάγκη από μια συγνώμη, πήγαινε στον Ανάντα, πέσε στα πόδια του και ζήτα του συγχώρεση. Αυτός, θα το ευχαριστηθεί».


Ο άνθρωπος που αναζητά, μαθαίνει να είναι ευγνώμων…