Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Φύλακας άγγελος





Κάποτε, μια νεαρή κοπέλα επέστρεφε με τα πόδια στο σπίτι της μετά από βραδινή διασκέδαση. Καθώς προχωρούσε στο δρόμο, η Ντιάνα παρακάλεσε τον Θεό να την προστατεύει από κάθε κίνδυνο και κακό.
Όταν έφτασε στο δρομάκι, για να φτάσει πιο γρήγορα σπίτι της, αποφάσισε να το ακολουθήσει. Όμως, στα μισά της διαδρομής, πρόσεξε έναν άνδρα που στεκόταν λίγο παρακάτω, σαν να την περίμενε. Ανησύχησε και άρχισε να προσεύχεται, ζητώντας βοήθεια.
Αμέσως την τύλιξε ένα ανακουφιστικό συναίσθημα ηρεμίας και ασφάλειας. Ένιωθε σαν να περπατούσε κάποιος μαζί της. Όταν έφτασε το τέλος εκείνου του δρόμου, πέρασε δίπλα απ’ τον άνδρα και πήγε σπίτι της ασφαλής. Την επόμενη μέρα, διάβασε στην εφημερίδα ότι βίασαν μια νεαρή κοπέλα στον ίδιο δρόμο, είκοσι μόλις λεπτά αφότου είχε περάσει αυτή.
Ευχαριστώντας τον Θεό που ήταν ασφαλής και για να βοηθήσει τη νεαρή γυναίκα, αποφάσισε να πάει στο αστυνομικό τμήμα. Πίστευε ότι μπορούσε να αναγνωρίσει τον άνδρα, γι’ αυτό και τους είπε την ιστορία. Μόλις είδε τους υπόπτους, αμέσως αναγνώρισε τον άνδρα που είχε δει στο δρομάκι το προηγούμενο βράδυ.
Όταν είπαν στον άνδρα ότι τον είχαν αναγνωρίσει, αμέσως εκείνος κατέρρευσε και ομολόγησε. Ο αστυνομικός ευχαρίστησε την κοπέλα για τη γενναιότητά της και την ρώτησε αν υπήρχε κάτι που θα μπορούσαν να κάνουν γι’ αυτή. Εκείνη τους ρώτησε αν μπορούσαν να κάνουν στον άνδρα μια ερώτηση. Ήταν περίεργη να μάθει γιατί δεν είχε επιτεθεί σ’ αυτήν.
Όταν τον ρώτησαν οι αστυνομικοί, εκείνος απάντησε: «Γιατί δεν ήταν μόνη της. Είχε δύο άνδρες που περπατούσαν μαζί της, έναν σε κάθε πλευρό της».


Όλοι έχουμε τον φύλακα άγγελο μας…. !!!

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Η διαφορετική γνώμη





Μια φορά κι έναν καιρό, έξι τυφλοί άκουσαν να γίνεται λόγος για το τεράστιο θαυμαστό ζώο που λεγόταν ελέφαντας. Όντας τυφλοί, το μόνο που μπορούσαν ήταν να δοκιμάσουν με την αφή τους να καταλάβουν το σχήμα τους. Με την ευκαιρία της επίσκεψης ενός τσίρκου, οι έξι τυφλοί πήγαν εκεί και παρακάλεσαν τον φύλακα να τους αφήσει να αγγίξουν το μεγάλο θηρίο. Ο φύλακας δέχτηκε, κι έτσι καθένας τους πλησίασε και άγγιξε τον ελέφαντα.
Όταν τέλειωσαν όλοι, άρχισαν να τον περιγράφουν. Ο πρώτος είπε, «Τώρα ξέρω, ο ελέφαντας είναι σαν στύλος».
«Όχι φίλε μου, κάνεις λάθος», είπε ο επόμενος, «μοιάζει σαν έναν πολύ μεγάλο τοίχο».
Όμως κι οι υπόλοιποι διαφωνούσαν ο ένας μετά τον άλλον: «Μοιάζει με μια δερμάτινη βεντάλια».
«Ο ελέφαντας είναι σαν ένα μεγάλο σπαθί».
«Όχι, είναι σαν χοντρό σκοινί».
«Φίλοι μου, όλοι σας κάνετε λάθος. Μου φαίνεται ότι όσο τυφλά είναι τα μάτια σας, τόση τύφλα έχουν και τα χέρια σας. Δεν καταλαβαίνετε ότι ο ελέφαντας μοιάζει με σωλήνα πυρκαγιάς;»
Έτσι άρχισαν να καυγαδίζουν και κόντευαν να έρθουν στα χέρια, όταν τους διέκοψε ο φύλακας λέγοντας, «Όλοι σας έχετε δίκιο, όμως κι όλοι σας έχετε άδικο. Καθένας σας έπιασε ένα κομμάτι του ελέφαντα, αλλά κανείς δεν τον έπιασε ολόκληρο. Εσύ, άγγιξες το πόδι του που είναι σαν στύλος. Εσύ μετά, το σώμα του που μοιάζει με τοίχο, κι εσύ το αυτί του, εσύ τον χαυλιόδοντά του, εσύ την ουρά και τέλος εσύ έπιασες την προβοσκίδα του».



Οτιδήποτε αντιλαμβανόμαστε, μετατρέπεται στη δική μας πραγματικότητα… Αυτή όμως η πραγματικότητα μπορεί να μην έχει και πάρα πολλή σχέση με την πραγματική αλήθεια….

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Ο μοναχός





Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα πολύ αυστηρό μοναστήρι. Σύμφωνα με τον όρκο σιωπής τους, κανένας δεν επιτρεπόταν να μιλάει καθόλου. Μια μόνο εξαίρεση υπήρχε στον κανόνα αυτό. Κάθε δέκα χρόνια οι μοναχοί είχαν το δικαίωμα να πουν μόνο δυο λέξεις. Ένας μοναχός, αφού πέρασε τα πρώτα δέκα χρόνια του στο μοναστήρι, πήγε στον ηγούμενο.
«Δέκα χρόνια πέρασαν» είπε ο ηγούμενος. «Ποιες είναι οι δυο λέξεις που θα ήθελες να πεις;»
«Κρεβάτι… σκληρό…» είπε ο μοναχός.
«Καλά», απάντησε ο ηγούμενος.
Δέκα χρόνια αργότερα ο μοναχός ήρθε πάλι στο γραφείο του ηγούμενου.
«Κι άλλα δέκα χρόνια πέρασαν», είπε ο ηγούμενος. «Ποιες είναι οι δυο λέξεις που θέλεις να πεις;»
«Φαγητό… βρωμάει…» είπε ο μοναχός.
«Καλά», απάντησε ο ηγούμενος.
Δέκα ακόμη χρόνια αργότερα ο μοναχός συναντιέται πάλι με τον ηγούμενο ο οποίος τον ρωτάει, «Ποιες είναι οι δυο σου λέξεις, μετά από αυτά τα δέκα χρόνια;»
«Εγώ … τα παρατάω!» είπε ο μοναχός.
«Ωραία, κι εγώ καταλαβαίνω το γιατί», απάντησε ο ηγούμενος. «Το μόνο που κάνεις είναι να παραπονιέσαι!»



Μπορείς να αλλάξεις τη στάση ζωής σου όποτε εσύ αποφασίσεις ή όποτε νιώσεις ότι το θέλεις….

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Τι ζωή ζεις;





Ένας νεροκουβαλητής στην Ινδία είχε δύο στάμνες κρεμασμένες από μια στην κάθε μεριά ενός ξύλου που στήριζε στον σβέρκο του. Μια από τις στάμνες είχε ένα ράγισμα και ενώ η άλλη ήταν τέλεια και πάντα ήταν γεμάτη με νερό, στο τέλος της μεγάλης διαδρομής από το ποτάμι στο σπίτι του αφέντη, η ραγισμένη στάμνα έφτανε μισοάδεια.
Για δυο γεμάτα χρόνια αυτό γινόταν καθημερινά με τον κουβαλητή να παραδίδει μόνο μιάμιση στάμνα νερό στο σπίτι του αφέντη του. Φυσικά η γερή στάμνα ήταν περήφανη για το κατόρθωμά της, τέλεια για το σκοπό για τον οποίο είχε φτιαχτεί. Αλλά η καημένη η ραγισμένη ντρεπόταν για την ατέλειά της και λυπημένη που μετέφερε μόνο το μισό απ’ αυτό που μπορούσε πραγματικά.
Δυο χρόνια μετά από αυτό που θεωρούσε ως πικρή αποτυχία, μίλησε μια μέρα στον νεροκουβαλητή δίπλα στο ποτάμι.
«Ντρέπομαι για τον εαυτό μου και θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη».
«Γιατί;», ρώτησε ο νεροκουβαλητής, «Γιατί ντρέπεσαι;»
«Αυτά τα δύο χρόνια που πέρασαν, παρέδιδα μόνο το μισό από το φορτίο μου, γιατί αυτή η ρωγμή στο πλάι κάνει το νερό να διαρρέει μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι του αφέντη σου. Εξαιτίας της ατέλειάς μου κάνεις όλη αυτήν τη δουλειά και δεν ανταμείβεσαι ανάλογα με τις προσπάθειές σου», είπε η στάμνα.
Ο νεροκουβαλητής λυπήθηκε για την παλιά ραγισμένη στάμνα και δείχνοντάς της τη συμπάθειά του της είπε: «Καθώς θα επιστρέφουμε στο σπίτι του αφέντη, θέλω να παρατηρήσεις τα όμορφα λουλούδια στην άκρη του δρόμου».
Πραγματικά, καθώς ανέβαιναν στον λόφο, η παλιά ραγισμένη στάμνα παρατήρησε στον ήλιο τα όμορφα αγριολούλουδα στην άκρη του μονοπατιού και αυτό την έκανε κάπως να χαρεί. Αλλά στο τέλος της διαδρομής ένιωθε ακόμα λυπημένη, γιατί έχει χάσει το μισό της περιεχόμενο και γι’ αυτό εξέφρασε πάλι τη λύπη της στον νεροκουβαλητή.
Αυτός απάντησε λέγοντας: «Είδες ότι τα λουλούδια ήταν μόνο απ’ τη δική σου πλευρά και όχι απ’ την πλευρά της άλλης στάμνας;

Κι αυτό γιατί πάντα ήξερα το ελάττωμά σου και το εκμεταλλεύτηκα. Φύτεψα σπόρους λουλουδιών στην άκρη του μονοπατιού απ’ τη δική σου πλευρά και κάθε μέρα που επιστρέφουμε από το ποτάμι εσύ τα ποτίζεις. Εδώ και δυο χρόνια μαζεύω αυτά τα όμορφα λουλούδια για να στολίσω το τραπέζι του αφέντη μου. Αν εσύ δεν ήσουν αυτό που είσαι, δεν θα είχε τη χαρά να έχει αυτήν την ομορφιά στο σπίτι του!»

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Ο άγγελος της γης






Μια φορά κι έναν καιρό, ένα μικρό παιδί ήταν έτοιμο να γεννηθεί. Έτσι μια μέρα ρώτησε τον Θεό:
«Μου λένε ότι με στέλνεις αύριο στον κόσμο, αλλά πώς θα μπορέσω να ζήσω εκεί, έτσι μικρό και αβοήθητο που είμαι;»
«Ανάμεσα στους τόσους αγγέλους, διάλεξα έναν για σένα. Θα σε περιμένει και θα σε φροντίζει», του απάντησε ο Θεός.
«Μα, πες μου, εδώ στον ουρανό, δεν κάνω τίποτε άλλο παρά να τραγουδώ και να γελώ. Αυτό μου είναι αρκετό για να είμαι ευτυχισμένο».
«Ο άγγελός σου θα σου τραγουδάει και θα σου γελάει κάθε μέρα. Και εσύ θα νιώθεις την αγάπη του αγγέλου σου και θα είσαι ευτυχισμένο».
«Και πώς θα μπορώ να καταλάβω τους ανθρώπους όταν μου μιλούν, αν δεν ξέρω τη γλώσσα των ανθρώπων;»
«Ο άγγελός σου θα σου λέει τα πιο όμορφα και τα πιο γλυκά λόγια που θα έχεις ποτέ ακούσει και με μεγάλη υπομονή και φροντίδα θα σου μάθει πώς να μιλάς».
«Και τι θα κάνω όταν θα θέλω να μιλήσω σ’ εσένα;»
«Ο άγγελός σου θα σου βάζει τα χέρια μαζί και θα σου μάθει πώς να προσεύχεσαι».
«Έχω ακούσει ότι πάνω στη γη υπάρχουν κακοί άνθρωποι. Ποιος θα με προστατέψει;»
«Ο άγγελός σου θα σε υπερασπίζεται ακόμα κι αν αυτό σημαίνει κίνδυνο της ζωής του».
«Όμως, θα είμαι πάντοτε λυπημένο γιατί δεν θα σε ξαναδώ».
«Ο άγγελός σου θα σου μιλάει πάντα για μένα και θα σου μάθει τον δρόμο για να γυρίσεις πίσω σ’ εμένα, αν και θα είμαι πάντα δίπλα σου».

Σ’ αυτό το σημείο έγινε μεγάλη γαλήνη στον Ουρανό, ενώ ήδη ακούγονταν φωνές απ’ τη γη. Και το παιδί βιαστικά ρώτησε απαλά: «Θεέ μου, αν είναι να φύγω τώρα, σε παρακαλώ πες μου το όνομα του αγγέλου μου». «Το όνομά του δεν έχει σημασία. Απλά, θα τον φωνάζεις Μαμά!»

Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Το πεπρωμένο





Μια φορά κι έναν καιρό, στη διάρκεια μιας πολύ σημαντικής μάχης, ένας Ιάπωνας στρατηγός αποφάσισε να επιτεθεί, παρ’ όλο που οι δυνάμεις του ήταν πολύ υποδεέστερες. Ο ίδιος ήταν σίγουρος ότι θα νικούσαν, όμως οι άνδρες του ήταν γεμάτοι αμφιβολίες.
Στην πορεία προς τη μάχη σταμάτησαν σ’ ένα θρησκευτικό βωμό. Αφού προσευχήθηκε μαζί με τους άνδρες του, ο στρατηγός έπιασε ένα νόμισμα και είπε, «Τώρα θα πετάξω το νόμισμα. Αν είναι κορώνα, θα νικήσουμε, αν είναι γράμματα θα χάσουμε».
«Το πεπρωμένο θα φανερωθεί».
Πέταξε το νόμισμα ψηλά στον αέρα, κι όπως έπεφτε όλοι το κοιτούσαν με ένταση. Ήταν κορώνα. Οι στρατιώτες χάρηκαν πολύ και γεμάτοι εμπιστοσύνη, επιτέθηκαν με ορμή κατά των εχθρών και νίκησαν.
Όταν η μάχη τέλειωσε, ένας υπολοχαγός παρατήρησε στον στρατηγό, «Κανείς δεν μπορεί ν’ αλλάξει το πεπρωμένο!»
«Ασφαλώς!», απάντησε ο στρατηγός δείχνοντας στον υπολοχαγό το νόμισμα, το οποίο… είχε κορώνα και στις δυο πλευρές του.


Το πεπρωμένο είναι σαν την πλαστελίνη….

Στο χέρι μας είναι πως θα το πλάσουμε και αν θα κατασκευάσουμε λεωφόρο ή Γολγοθά….

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Κάστρο στην άμμο...





Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια ζεστή ημέρα του καλοκαιριού όπου ο ήλιος έκαιγε. Ο αέρας ήταν υγρός και γεμάτος σκόνη. Τα κύματα στη θάλασσα έπαιζαν ρυθμικά. Ένα μικρό αγόρι στα γόνατα παίρνει με το πλαστικό του φτυάρι την άμμο και την τοποθετεί σε ένα ανοιχτό μπλε κουβαδάκι. Μετά στρώνει την άμμο στην κορυφή του κουβά και τον σηκώνει. Προς μεγάλη ευχαρίστηση του μικρού αρχιτέκτονα, ο πύργος ενός κάστρου έχει φτιαχτεί. Όλο το απόγευμα θα δούλευε για αυτόν. Έσκαψε την τάφρο βαθιά. Ύψωσε τα τείχη. Για τις σκοπιές έβαλε καπάκια από μπουκάλια. Τα ξυλάκια απ’ τα παγωτά χρησίμεψαν για γέφυρες. Έφτιαξε ένα κάστρο στην άμμο.
Μεγάλη πόλη. Δρόμοι γεμάτοι κίνηση. Βουητό αυτοκινήτων. Ένας άνδρας στο γραφείο του. Βάζει σε στοίβες τα χαρτιά και αναθέτει εργασίες. Έχει ακουμπισμένο το τηλέφωνο στον ώμο του και χτυπάει με τα δάκτυλα το πληκτρολόγιο. Κάνει συνδυασμούς με τους αριθμούς και υπογράφει συμβόλαια και προς μεγάλη ευχαρίστησή του, αποκομίζει κέρδος. Όλη του τη ζωή θα δουλεύει. Θα κάνει σχέδια. Θα προεικάζει το μέλλον. Οι επενδύσεις του θα είναι οι σκοπιές. Τα κέρδη κεφαλαίου θα είναι οι γέφυρες. Θα φτιάξει μια αυτοκρατορία.
Δυο δημιουργοί δυο κάστρων. Έχουν πολλά κοινά. Μεγαλουργούν απ’ το τίποτα. Δεν βλέπουν τίποτα και φτιάχνουν κάτι. Είναι εργατικοί και αποφασισμένοι. Και για τους δυο θα σηκωθεί η παλίρροια και θα έρθει το τέλος. Κι όμως εδώ είναι που τελειώνουν οι ομοιότητες.
Γιατί το παιδί βλέπει το τέλος, ενώ ο άνδρας το αγνοεί. Παρακολουθήστε το παιδί καθώς έρχεται το σούρουπο. Καθώς τα κύματα πλησιάζουν, το σοφό παιδί σηκώνεται στα πόδια του και αρχίζει να χειροκροτεί. Καμιά θλίψη. Κανένας φόβος. Καμιά μεταμέλεια. Το ήξερε ότι θα συνέβαινε αυτό. Δεν εκπλήσσεται. Και όταν το μεγάλο κύμα σπάει πάνω στο κάστρο του και το αριστούργημά του το ρουφάει η θάλασσα, αυτό χαμογελάει. Χαμογελάει, παίρνει τα εργαλεία του, κρατάει το χέρι του πατέρα του και πηγαίνει σπίτι.

Ο μεγάλος όμως δεν είναι τόσο σοφός. Καθώς τα κύματα του χρόνου σπάζουν πάνω στο κάστρο του, αυτός τρομοκρατείται. Αγκαλιάζει το μνημείο από άμμο για να το προστατέψει. Εμποδίζει τα κύματα να φτάσουν στα τείχη που έφτιαξε. Βρεγμένος με θαλασσινό νερό και τρέμοντας, δείχνει τα δόντια του στην παλίρροια που έρχεται. «Αυτό είναι το κάστρο μου», λέει αψήφιστα. Ο ωκεανός δεν έχει ανάγκη να δώσει απάντηση. Και οι δύο ξέρουν σε ποιον ανήκει η άμμος…

Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Το δεμάτι





Ήταν μια φορά κι έναν καιρό, ένας πατέρας που οι γιοι του αδιάκοπα καυγάδιζαν μεταξύ τους. Όταν όλες οι προσπάθειες να τερματίσει τους καυγάδες τους απέτυχαν, αποφάσισε να τους δείξει με έναν πρακτικό και απλό τρόπο τα δεινά που προκαλεί η έλλειψη ενότητας σε μια οικογένεια. Έτσι, τους ζήτησε να του φέρουν ένα δεμάτι από λεπτά ξύλα.
Όταν του το έφεραν το έδωσε στα χέρια του καθενός με τη σειρά και τους ζήτησε να το σπάσουν. Όλοι προσπάθησαν με όλη τους τη δύναμη, αλλά στάθηκε αδύνατον. Τότε εκείνος διέλυσε το μάτσο, πήρε τα ραβδάκια ένα – ένα χωριστά, και τα έδωσε στα παιδιά του, τα οποία φυσικά τα έσπασαν πολύ εύκολα.
Κι αυτός τους είπε αυτά τα λόγια: «Παιδιά μου, αν έχετε ομόνοια, κι είστε ενωμένοι ώστε να βοηθάτε ο ένας τον άλλον, θα είσαστε σαν αυτό το μάτσο με τα ξύλα, ανίκητοι απέναντι σε όλες τις απόπειρες των εχθρών σας. Αν όμως είσαστε διαιρεμένοι μεταξύ σας, θα σπάτε τόσο εύκολα όσο και αυτά τα μοναχικά ξυλάκια».


Σε οποιαδήποτε σχέση, το καλύτερο είναι να συμπληρώνουμε ο ένας τον άλλον…..

Μαζί μπορούμε να διαχειριστούμε τα προβλήματα και τις προκλήσεις της ζωής… Ενωμένοι σαν δεμάτι…

Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

Τα δίδυμα αγόρια




Σ’ ένα χωριό ζούσαν δύο δίδυμα αγόρια, που μεγάλωναν μέσα στη φτώχια. Ο πατέρας ήταν αλκοολικός ενώ η μητέρα τους εργαζόταν ως παραδουλεύτρα. Μεγάλωσαν με τα ελάχιστα, ίσα – ίσα για να περνούν.
Επιστρέφοντας σπίτι ένα βράδυ οι γονείς τους έπεσαν θύματα τροχαίου δυστυχήματος και σκοτώθηκαν και οι δυο. Η κατάσταση των αγοριών χειροτέρεψε πολύ, κι έτσι χωρίστηκα στην ηλικία των 17 χρόνων. Μετά από πολλά χρόνια κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας αποφάσισε να τους βρει και να γίνει μια οικογενειακή συνάντηση.
Ο ένας από τους αδελφούς είχε γίνει πολιτικός μηχανικός και είχε πλουτίσει με μια εταιρία κατασκευών. Είχε τη γυναίκα του και τρία όμορφα παιδιά. Ο άλλος ήταν αλκοολικός, με κανένα στόχο και κατεύθυνση στη ζωή του.
Το μέλος της οικογένειας, μια θεία, που τους συγκέντρωσε, ρώτησε τον μηχανικό, «Πώς και προχώρησε έτσι η ζωή σου;»
«Τι θα περίμενες από μια παιδική ηλικία σαν τη δική μου;» απάντησε εκείνος.
Μετά απευθύνθηκε με την ίδια ερώτηση στον άλλο αδελφό.
Κι η απάντηση ήταν: «Τι θα περίμενες από μια παιδική ηλικία σαν τη δική μου;»


Προς τα πού γέρνει η δική σας ζυγαριά σκέψης; Προς τη θετικότητα ή προς την αρνητικότητα;

Όλα είναι θέμα επιλογών…

Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

Όμορφο δώρο





Κάποτε ήταν ένας φοιτητής στο δεύτερο έτος των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο, όταν μια μέρα ο καθηγητής έδωσε στους μαθητές να απαντήσουν σε μερικά ερωτήματα. Εκείνος, επειδή ήταν ένας συνειδητοποιημένος σπουδαστής, ξεπέταξε εύκολα τις ερωτήσεις, μέχρι που έφτασε στην τελευταία: «Ποιο είναι το μικρό όνομα της γυναίκας που καθαρίζει την αίθουσα διδασκαλίας κάθε πρωί;»
Η ερώτηση του φάνηκε γελοία. Τη γυναίκα αυτή την είχε δει πολλές φορές. Ήταν ψηλή μελαχρινή, κάπου στα 50 της αλλά ο φίλος μου δεν ήξερε το όνομά της. Έτσι λοιπόν, παρέδωσε την κόλλα του με αναπάντητη την τελευταία ερώτηση.
Πριν τελειώσει το μάθημα, ένας άλλος σπουδαστής ρώτησε αν η τελευταία ερώτηση θα είχε σημασία για τη βαθμολογία τους. «Ασφαλώς», είπε ο καθηγητής. «Στην καριέρα σας θα συναντήσετε πολλούς ανθρώπους. Τους αξίζει να τους προσέξετε και να νοιαστείτε γι’ αυτούς, έστω κι αν το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να τους στέλνετε ένα χαμόγελο και να λέτε ¨Καλημέρᨻ.
Ο φοιτητής ακόμα θυμάται εκείνο το μάθημα! Επίσης φρόντισε να μάθει το όνομα της γυναίκας και να την καλημερίζει καθημερινά.



Χαμόγελο είναι … δώρο που όλοι μας μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να δώσουμε περισσότερη ανθρωπιά, ομορφιά και χαρά στην ζωή των άλλων αλλά και στην δική μας….