Τρίτη, 22 Αυγούστου 2017

Η συγχώρεση





Μια φορά, ένας άνθρωπος πλησίασε τον Βούδα και, απρόβλεπτα, χωρίς να βγάλει λέξη, τον έφτυσε στο πρόσωπο. Οι μαθητές, φυσικά, εξοργίστηκαν.
Ο Ανάντα, ο μαθητής που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν δίπλα του, γονάτισε μπροστά στον Βούδα και του είπε:
«Δώσε μου την άδεια να δείξω σ’ αυτόν τον άνθρωπο τι έκανε!»
Ο Βούδας σκούπισε γαλήνια το πρόσωπό του και είπε στον Ανάντα:
«Όχι. Θα μιλήσω εγώ μαζί του» και βάδισε προς το σημείο όπου βρισκόταν ο άνθρωπος και μιλούσε με άλλους, καμαρώνοντας για το «κατόρθωμά» του. Φτάνοντας δίπλα του, ο Βούδας ένωσε τις παλάμες των χεριών του σε ένδειξη τιμής και του μίλησε:
«Συγνώμη που διακόπτω την κουβέντα σου. Ήρθα σ’ εσένα για να σ’ ευχαριστήσω ταπεινά γι’ αυτό που έκανες… Ευχαριστώ! Σου χρωστάμε όλοι χάρη! Σε παρακαλώ, κάθε φορά που θα νιώθεις την ακατανίκητη επιθυμία να φτύσεις κάποιον, θυμήσου ότι μπορείς να έρχεσαι σ’ εμένα. Ευχαριστώ».
Η συγκίνηση του ανθρώπου ήταν μεγάλη… Δεν μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά του. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που συνέβαινε. Είχε έρθει για να προκαλέσει την οργή του Βούδα, και είχε αποτύχει.
Εκείνη τη νύχτα δεν κατάφερε στιγμή να αναπαυτεί. Στριφογύριζε στο κρεβάτι του, ο ύπνος δεν ερχόταν και οι σκέψεις τον κυνηγούσαν διαρκώς. Είχε φτύσει τον Βούδα κατάμουτρα κι αυτός είχε μείνει τόσο γαλήνιος, τόσο ήρεμος, λες και δεν είχε συμβεί τίποτα…
Το επόμενο πρωί, πολύ νωρίς, γύρισε βιαστικά, έπεσε στα πόδια του Βούδα και είπε:
«Σε παρακαλώ, συγχώρεσε με για χθες…»
Κι ο Βούδας απάντησε:
«Εγώ δεν μπορώ να σε συγχωρήσω, αφού, για να το κάνω, θα έπρεπε να είχα θυμώσει – κι αυτό δεν συνέβη. Πάντα αμφέβαλα για το κατά πόσο μπορεί να με κυριέψει ή όχι η οργή, και χάρη στην πράξη σου διαπίστωσα ότι μου είναι πια αδύνατον. Όμως, βοήθησε τον αγαπημένο μου μαθητή, τον Ανάντα, να μάθει  ότι η οργή τον απομακρύνει από το κέντρο του.»
«Εγώ, όμως, χρειάζομαι τη συγχώρεση, δάσκαλε, γιατί δεν μπόρεσα να κοιμηθώ όλη νύχτα».
«Πέρασε μια ολόκληρη μέρα από χτες, και σε βεβαιώνω ότι δεν υπάρχει κάτι για να σου το συγχωρήσω» είπε ο Βούδας, «αλλά, αν έχεις ανάγκη από μια συγνώμη, πήγαινε στον Ανάντα, πέσε στα πόδια του και ζήτα του συγχώρεση. Αυτός, θα το ευχαριστηθεί».


Ο άνθρωπος που αναζητά, μαθαίνει να είναι ευγνώμων…

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Η πόλη των πηγαδιών





Αυτή την πόλη δεν την κατοικούσαν άνθρωποι, όπως όλες τις άλλες πόλεις του πλανήτη.
Σ’ εκείνη την πόλη κατοικούσαν πηγάδια. Πηγάδια ζωντανά… αλλά πηγάδια.
Τα πηγάδια διέφεραν μεταξύ τους όχι μόνο ως προς τον τόπο όπου είχαν ανοιχτεί, αλλά και ως προς το στόμιο (το άνοιγμα που τα συνέδεε με τον εξωτερικό κόσμο).
Υπήρχαν πηγάδια ευκατάστατα και πολυτελή, με στόμιο από μάρμαρο και όμορφα μέταλλα, πηγάδια ταπεινά από τούβλα και ξύλο, κι άλλα πιο φτωχά, απλές γυμνές τρύπες που ανοίγονταν στη γη.
Η επικοινωνία μεταξύ των κατοίκων της πόλης γινόταν από στόμιο σε στόμιο, και οι ειδήσεις έφταναν γρήγορα απ’ άκρη σ’ άκρη.
Μια μέρα έφτασε στην πόλη μια «μόδα» που μάλλον είχε γεννηθεί σε κάποιο ανθρώπινο χωριό.
Η νέα ιδέα ήταν ότι κάθε ζωντανό όν που εκτιμούσε τον εαυτό του θα έπρεπε να φροντίζει πολύ περισσότερο το εσωτερικό παρά το εξωτερικό. Το σημαντικό δεν ήταν η επιφάνεια, αλλά το περιεχόμενο.
Έτσι έγινε, και τα πηγάδια άρχισαν να γεμίζουν με αντικείμενα.
Μερικά γέμισαν με κοσμήματα, χρυσά νομίσματα και πολύτιμες πέτρες. Άλλα, πιο πρακτικά, γέμισαν με ηλεκτρικές συσκευές και μηχανές. Μερικά άλλα επέλεξαν την τέχνη και γέμισαν με πίνακες ζωγραφικής, πιάνα με ουρά και εξεζητημένα μεταμοντέρνα γλυπτά. Τέλος, τα διανοούμενα γέμισαν με βιβλία, ιδεολογικά μανιφέστα και εξειδικευμένα περιοδικά.
Πέρασε ο καιρός.
Τα περισσότερα γέμισαν σε τέτοιο σημείο, ώστε τίποτε άλλο δεν χωρούσε.
Τα πηγάδια δεν ήταν όλα ίδια, οπότε κάποια συμβιβάστηκαν, ενώ άλλα σκέφτηκαν πως έπρεπε να κάνουν κάτι για να συνεχίσουν να συσσωρεύουν πράγματα στο εσωτερικό τους…
Ένα απ’ αυτά έκανε την αρχή. Αντί να συμπιέζει το περιεχόμενο, σκέφτηκε να αυξήσει τη χωρητικότητά του διευρύνοντας το χώρο του.
Δεν πέρασε πολύς καιρός, κι άρχισαν και τα υπόλοιπα να μιμούνται την νέα ιδέα. Όλα τα πηγάδια δαπανούσαν μεγάλο μέρος της ενέργειάς τους για να επεκταθούν και ν’ αποκτήσουν περισσότερο χώρο στο εσωτερικό τους. Ένα πηγάδι, μικρό κι απόκεντρο, άρχισε να βλέπει τους συντρόφους του να επεκτείνονται χωρίς μέτρο. Σκέφτηκε ότι αν συνέχιζαν να διευρύνονται με αυτόν τον τρόπο, σύντομα θα μπέρδευαν τα όριά τους και το κάθε ένα θα έχανε την ταυτότητά του…
Ίσως, ξεκινώντας από αυτήν την ιδέα, σκέφτηκε ότι ένας διαφορετικός τρόπος για να αυξήσει τη χωρητικότητά του ήταν να μεγαλώσει όχι φαρδαίνοντας, αλλά βαθαίνοντας. Να επεκταθεί σε βάθος αντί για πλάτος. Σύντομα συνειδητοποίησε ότι όλα όσα είχε στο εσωτερικό του έκαναν αδύνατη την εργασία της εκβάθυνσης. Αν ήθελε να γίνει πιο βαθύ, όφειλε να ξεφορτωθεί ολόκληρο το περιεχόμενό του…
Στην αρχή, το κενό το τρόμαξε. Αλλά αργότερα, όταν είδε ότι δεν είχε άλλη επιλογή, το έκανε.
Χωρίς τίποτα στην κατοχή του, το πηγάδι άρχισε να βαθαίνει, ενώ τα υπόλοιπα άρπαζαν τα αντικείμενα που είχε πετάξει…
Μια μέρα, κάτι ξάφνιασε το πηγάδι που  μεγάλωνε προς τα κάτω. Κάτω, πολύ κάτω, πολύ στο βάθος… βρήκε νερό!
Ποτέ πριν άλλο πηγάδι δεν είχε ξαναβρεί νερό.
Το πηγάδι ξεπέρασε την έκπληξή του κι άρχισε να παίζει με το νερό καταβρέχοντας τα τοιχώματά του, πιτσιλώντας το στόμιό του και τέλος βγάζοντας το νερό προς τα έξω.
Η πόλη δεν είχε ποτέ βραχεί από τίποτε άλλο πέρα από τη βροχή η οποία, εκ των πραγμάτων, ήταν αρκετά σπάνια. Έτσι, η γη τριγύρω απ’ το πηγάδι, αναζωογονημένη από το νερό, άρχισε να ξυπνά.
Οι σπόροι βλάστησαν παίρνοντας τη μορφή χλόης, τριφυλλιών, λουλουδιών και αδύναμων κορμών που μετατράπηκαν αργότερα σε δέντρα…
Μια έκρηξη χρωμάτων και ζωής απλώθηκε γύρω από το απομακρυσμένο πηγάδι, το οποίο άρχισαν να αποκαλούν: «το Περιβόλι».
Όλοι το ρωτούσαν πώς είχε καταφέρει αυτό το θαύμα.
«Δεν είναι κανένα θαύμα» απαντούσε το Περιβόλι.
Πολλοί θέλησαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Περιβολιού, αλλά αποδοκίμασαν την ιδέα όταν συνειδητοποίησαν ότι, για να βαθύνουν, θα έπρεπε πρώτα να αδειάσουν. Συνέχισαν να διευρύνονται όλο και πιο πολύ, για να γεμίσουν με περισσότερα ακόμα πράγματα…
Στην άλλη άκρη της πόλης, ένα άλλο πηγάδι αποφάσισε κι αυτό να πάρει το ρίσκο να αδειάσει…
Κι άρχισε κι αυτό να βαθαίνει…
Κι έφτασε κι αυτό στο νερό…
Και το έριξε κι αυτό προς τα έξω δημιουργώντας μια δεύτερη όαση στο χωριό…
«Τι θα κάνεις όταν θα τελειώσει το νερό;» το ρωτούσαν.
«Δεν ξέρω τι θα συμβεί» απαντούσε. «Αλλά, προς το παρόν, όσο περισσότερο νερό βγάζω, τόσο περισσότερο νερό βρίσκω».
Πέρασαν μερικοί μήνες μέχρι τη μεγάλη ανακάλυψη.
Μια μέρα, σχεδόν κατά τύχη, τα δύο πηγάδια κατάλαβαν ότι το νερό που είχαν βρει στο βάθος τους ήταν το ίδιο…
Ότι το ίδιο υπόγειο πηγάδι που περνούσε από το ένα, γέμιζε το βάθος του άλλου.
Κατάλαβαν ότι ξεκινούσε γι’ αυτά μια καινούργια ζωή.
Όχι μόνο μπορούσαν να επικοινωνούν από στόμιο σε στόμιο, επιφανειακά, όπως όλοι οι άλλοι, αλλά η αναζήτηση τους, τους είχε προσφέρει ένα νέο και μυστικό σημείο επαφής…..


Είχαν ανακαλύψει τη βαθιά επικοινωνία που πετυχαίνουν μόνον εκείνοι που έχουν το θάρρος να αδειάσουν από κάθε περιεχόμενο και να ψάξουν στο βάθος της ύπαρξής τους για να βρουν τι έχουν να δώσουν…

Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Επανάσταση





Και, ξαφνικά, ακούστηκε το κουδούνι.
«Είσαι εκεί;» άκουσα. «Είναι ώρα!»
«Τώρα, έρχομαι!» απάντησα μηχανικά.
«Είναι ήδη αργά. Άνοιξε την πόρτα.»
Ήμουν απαυδισμένος.
Σκέφτηκα να πάρω το σφυρί και να το κάνω… Με λίγη τύχη θα μπορούσα, με ένα μόνο χτύπημα, να τελειώνω με το ασταμάτητο μαρτύριο.
Θα ήταν θαυμάσιο. Όχι άλλοι έλεγχοι… Όχι άλλη βιασύνη… Όχι άλλη φυλακή!
Αργά ή γρήγορα, όλοι θα μάθαιναν τι έκανα… Αργά ή γρήγορα, κάποιος θα έβρισκε το θάρρος να με μιμηθεί…
Και μετά, ίσως άλλος…
Κι άλλος…
Και πολλοί άλλοι θα έπαιρναν κουράγιο.
Μια αλυσιδωτή αντίδραση που θα επέτρεπε να τελειώνουμε μια για πάντα με την καταπίεση.
Να απαλλαγούμε οριστικά απ’ αυτά.
Να απαλλαγούμε απ’ αυτά σε όλες τους τις μορφές…
Σύντομα συνειδητοποίησα ότι το όνειρό μου ήταν ανέφικτο.
Η σκλαβιά μας μοιάζει να είναι, την ίδια στιγμή, και η μόνη μας επιλογή…
Εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε τις φυλακές μας, και τώρα, χωρίς αυτές, η κοινωνία δεν θα υπήρχε.
Είμαι αναγκασμένος να το παραδεχτώ…

Δεν θα ξέραμε να ζήσουμε χωρίς ρολόγια!

Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Η απληστία





Σκάβοντας για να ανεβάσω ένα φράχτη που θα χώριζε το οικόπεδό μου από των γειτόνων μου, βρήκα θαμμένο στον κήπο ένα παλιό μπαούλο γεμάτο χρυσά νομίσματα.
Εμένα δεν μου κίνησε το ενδιαφέρον ο πλούτος, αλλά το παράδοξο του ευρήματος.
Ποτέ δεν υπήρξα φιλοχρήματος, ούτε και νοιάζομαι πολύ για τα ακριβά πράγματα…
Αφού ξέθαψα το μπαούλο, έβγαλα τα νομίσματα και τα γυάλισα. Ήταν τόσο βρόμικα και σκουριασμένα – τα καημένα!
Καθώς τα τακτοποιούσα σε στοίβες πάνω στο τραπέζι μου, άρχισα να τα μετράω…
Μαζευόταν μια αληθινή περιουσία.
Μόνο αφού πέρασε καιρός άρχισα να φαντάζομαι όλα τα πράγματα που θα μπορούσα να αγοράσω με αυτά…
Σκεφτόμουν πόσο χαρούμενος θα ήταν ένας άπληστος που έπεφτε πάνω σε έναν σημαντικής αξίας θησαυρό…
Ευτυχώς…
Ευτυχώς δεν ήμουν τέτοια περίπτωση…
Σήμερα ήρθε ένας κύριος να διεκδικήσει τα νομίσματα.
Ήταν ο γείτονάς μου.
Προσπαθούσε να με πείσει, ο άθλιος, πως τα νομίσματα τα είχε θάψει ο παππούς του και πως γι’ αυτό του ανήκαν.
Εκνευρίστηκα τόσο…        που τον σκότωσα!
Αν δεν τον είχα δει να ζητάει τόσο απελπισμένα να τα αποκτήσει θα του τα είχα δώσει γιατί, αν υπάρχει κάτι που δεν με ενδιαφέρει, είναι τα πράγματα που αποκτώνται με λεφτά…

Αλλά, το δίχως άλλο, δεν αντέχω τους άπληστους ανθρώπους…

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Το ξεχωριστό δώρο





Ένα νεαρό ζευγάρι, σ’ ένα χωριουδάκι ξυλοκόπων κοντά σ’ ένα βουνό, αρραβωνιάστηκαν, όταν εκείνη ήταν δεκατριών και εκείνος δεκαοχτώ χρόνων. Εκείνος, καθώς είχε μάθει να κόβει ξύλα από μικρό παιδί, ήταν ψηλός, σβέλτος και μυώδης, κι εκείνη ήταν ξανθιά, με πολύ μακριά μαλλιά ως τη μέση της και υπέροχα γαλανά μάτια.
Οι δύο νέοι έφτασαν στον αρραβώνα με τις ευλογίες όλου του χωριού. Ώσπου μια μέρα, όταν εκείνη έγινε δεκαοχτώ κι εκείνος είκοσι τριών, το χωριό ολόκληρο συμφώνησε να βοηθήσει τους δύο νέους να παντρευτούν.
Τους έκαναν δώρο μια ξύλινη καλύβα κι ένα μικρό κομμάτι γης με δέντρα για να μπορεί εκείνος να δουλεύει ως ξυλοκόπος. Παντρεύονται λοιπόν τα παιδιά, και μετά το γάμο πάνε να ζήσουν εκεί προς μεγάλη χαρά όλων, των ίδιων, των οικογενειών τους και του χωριού, που είχε βοηθήσει τόσο αυτή τη σχέση.
Και ζουν εκεί όλες τις μέρες του χειμώνα, του καλοκαιριού, της άνοιξης και του φθινοπώρου, και χαίρονται πολύ που είναι μαζί. Πλησιάζει η πρώτη επέτειος του γάμου τους, κι εκείνη νιώθει την ανάγκη να κάνει κάτι για να του δείξει τη μεγάλη της αγάπη. Σκέφτεται να του κάνει ένα δώρο που θα έχει νόημα. Αν του χαρίσει ένα καινούργιο τσεκούρι, αυτό θα έχει να κάνει με τη δουλειά του… Ένα πουλόβερ πλεγμένο από την ίδια δεν την ικανοποιεί γιατί του έχει ήδη πλέξει διάφορα ρούχα με άλλες ευκαιρίες, κι ένα ωραίο φαγητό πάλι δεν της φαίνεται αρκετά μεγαλοπρεπές…
Αποφασίζει να πάει στο χωριό για να δει μήπως βρει εκεί κάτι, κι αρχίζει να τριγυρνάει στους δρόμους. Βέβαια, όσο κι αν ψάχνει, δε βρίσκει και τίποτα σπουδαίο που να μπορεί ν’ αγοράσει με τα λιγοστά που βάζει στην άκρη απ’ τα ρέστα.
Περνώντας έξω από ένα κοσμηματοπωλείο, το μοναδικό του χωριού, βλέπει στη βιτρίνα μια ωραία, χρυσή αλυσίδα. Αυτομάτως, θυμάται πως υπάρχει ένα μόνο υλικό πράγμα που εκείνος λατρεύει και θεωρεί στ’ αλήθεια πολύτιμο: ένα χρυσό ρολόι που του είχε χαρίσει ο παππούς του πριν πεθάνει. Απ’ όταν ήταν παιδάκι, αυτό το ρολόι το φύλαγε σε μια παλιά θήκη που είχε πάντα δίπλα στο κρεβάτι, και κάθε βράδυ άνοιγε το συρτάρι του κομοδίνου, έβγαζε το ρολόι από τη θήκη του, το σκούπιζε, το κούρδιζε λιγάκι, το άκουγε μέχρι να σταματήσει, το ξανασκούπιζε, το χάιδευε για λίγο και το έβαζε και πάλι στη θήκη του.
Εκείνη σκέφτεται: «Τι θαυμάσιο δώρο θα ήταν αυτή η χρυσή αλυσίδα για κείνο το ρολόι…» Μπαίνει στο μαγαζί να ρωτήσει πόσο κάνει, και μένει άναυδη ακούγοντας την απάντηση. Κάνει πολύ παραπάνω απ’ όσο είχε φανταστεί κι απ’ όσο είχε μαζέψει. Θα έπρεπε να περιμένει τρεις επετείους για να μπορέσει να την αγοράσει, αυτή όμως δεν μπορεί να περιμένει τόσο πολύ.
Φεύγει από το χωριό αρκετά λυπημένη, και σκέφτεται τι θα μπορούσε να κάνει για να βρει τα λεφτά για την αλυσίδα. Καθώς δεν έχει μάθει να κάνει κάποια εργασία, στύβει το μυαλό της για να βρει μια λύση, ώσπου, περνώντας έξω από το μοναδικό κομμωτήριο του χωριού, βλέπει μια επιγραφή που λέει: «Αγοράζουμε φυσικά μαλλιά». Καθώς εκείνη έχει τα ξανθά της μαλλιά άκοπα από την ηλικία των δέκα, μπαίνει αμέσως μέσα να ρωτήσει.
Τα λεφτά που προσφέρουν φτάνουν για ν’ αγοράσει τη χρυσή αλυσίδα και περισσεύουν για να πάρει κι ένα κουτί όπου θα φυλάνε την αλυσίδα μαζί με το ρολόι. Χωρίς δισταγμό, λέει στην κομμώτρια:
«Αν έρθω σε τρεις μέρες για να σας πουλήσω τα μαλλιά μου, θα τ’ αγοράσετε;»
«Βέβαια» είναι η απάντηση.
«Τότε, σε τρεις μέρες θα είμαι εδώ.»
Επιστρέφει στο κοσμηματοπωλείο, λέει να της κρατήσουν την αλυσίδα και γυρίζει σπίτι της χωρίς να πει τίποτα.
Την ημέρα της επετείου, το ζευγάρι αγκαλιάζεται λίγο πιο σφιχτά απ’ ότι συνήθως, εκείνος φεύγει για τη δουλειά κι εκείνη κατεβαίνει στο χωριό.
Στο κομμωτήριο της κόβουν κοντά τα μαλλιά, παίρνει τα λεφτά και πάει στο κοσμηματοπωλείο. Αγοράζει τη χρυσή αλυσίδα και το ξύλινο κουτί, επιστρέφει σπίτι, μαγειρεύει και περιμένει να ‘ρθει το βράδυ και να γυρίσει εκείνος απ’ τη δουλειά.
Αντίθετα από άλλες φορές που άναβε όλα τα φώτα για να τον περιμένει, απόψε ανάβει μόνο δύο κεριά και φοράει ένα μαντίλι στο κεφάλι, γιατί του αρέσουν πολύ τα μαλλιά της και δεν θέλει να καταλάβει πως τα έχει κόψει. Μετά, θα βρει χρόνο να του εξηγήσει…
Κι έρχεται εκείνος. Αγκαλιάζονται σφιχτά και λένε ο ένας στον άλλον πόσο πολύ αγαπιούνται. Τότε, παίρνει αυτή κάτω από το τραπέζι το ξύλινο κουτί που περιέχει τη χρυσή αλυσίδα για το ρολόι. Πάει κι εκείνος στο ντουλάπι και βγάζει ένα μεγάλο κουτί που το είχε φέρει στο σπίτι την ώρα που εκείνη έλειπε στο χωριό. Μέσα στο κουτί βρίσκονται δύο τεράστια διακοσμητικά χτενάκια για τα μαλλιά της. Για να τα αγοράσει, είχε πουλήσει το χρυσό ρολόι του παππού…



Η αγάπη δεν μετριέται μόνο με το πόσο πολύ γινόμαστε θυσία για τον άλλον, αλλά επίσης και πάνω απ’ όλα, με το πόσο πολλή χαρά μας δίνει η ύπαρξή του…

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Δεν υπάρχει τροφή δωρεάν





Κάποτε ήταν ένας βασιλιάς που ήθελε να μείνει στην ιστορία, ως αυτός που χάρισε στην ανθρωπότητα τη δυνατότητα του διαφωτισμού.
Έτσι λοιπόν, αποφάσισε να καλέσει στο παλάτι του τους σπουδαιότερους σοφούς, επιστήμονες και μυστικιστές του κόσμου. Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι εκεί, τους ζήτησε να εργαστούν από κοινού για να καταγράψουν σ’ ένα βιβλίο όλα όσα ήξεραν για τον κόσμο και θεωρούσαν σημαντικά για να μεταδοθούν στις μελλοντικές γενιές. Τους ζήτησε ιδιαιτέρως να απορρίψουν κάθε τι ασήμαντο και να κρατήσουν μόνο τα ουσιώδη.
Μήνες ολόκληρους δούλεψαν ακούραστα οι σοφοί, κι ένα χρόνο μετά σχεδόν μετά από κείνη την πρώτη σύναξη, ψάχνουν τον βασιλιά για να του παραδώσουν το έργο που τους είχε παραγγείλει: μια συλλογή εκατόν σαράντα τόμων με πεντακόσιες σελίδες ο καθένας, όπου περιέχεται – κατά τους σοφούς – ότι είναι σημαντικό να ξέρει κανείς στον κόσμο.
Βλέπει τους τόμους ο βασιλιάς και λέει:
«Όχι, όχι. Είναι πολύ σπουδαία αυτή η συλλογή, αλλά δεν μπορεί να δοθεί στον κόσμο. Είναι υπερβολικά εκτενής και κανένας δεν θα τη διαβάσει ολόκληρη. Πρέπει να συντομευθεί. Σας παρακαλώ, συνεχίστε να δουλεύετε. Απομονώστε απ’ αυτές τις έννοιες τις λιγότερο σημαντικές και αφήστε μόνο τις βασικές.»
Δουλεύουν ακόμη ένα χρόνο οι μεγάλες αυτές προσωπικότητες και συνοψίζουν όσα είχαν γράψει αρχικά. Μετά, παρουσιάζουν στον βασιλιά έναν και μοναδικό τόμο δύο χιλιάδων κρυπτογραφημένων σελίδων.
«Όχι» ξαναλέει ο βασιλιάς. «Τη σοφία πρέπει να μπορεί να την προσεγγίζει ο καθένας, κι όχι μόνο οι μυημένοι. Σας παρακαλώ, δουλέψτε ακόμη λίγο. Αφαιρέστε τα περιττά, συνοψίστε ότι έχετε γράψει, απλοποιήστε και ομαδοποιήστε τις ιδέες»
Ο βασιλιάς χρειάστηκε να περιμένει άλλα δυο χρόνια για να πάρει το αποτέλεσμα. Μια μέρα, ζητούν ακρόαση οι σοφοί. Φαίνονται όλοι πολύ ικανοποιημένοι.
«Εδώ είναι» του λέει ο πρεσβύτερος. «Αυτή είναι η περίληψη όσων είναι απολύτως απαραίτητο να ξέρει κανείς.»
Και δίνουν στον βασιλιά ένα μόνο φύλλο χαρτί, στο οποίο υπάρχει γραμμένη μία και μοναδική φράση:
«ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΡΟΦΗ ΔΩΡΕΑΝ»


Τίποτα καλό δεν σου προσφέρεται δωρεάν…

Μάθε να δέχεσαι ως τροφή όλα τα θρεπτικά στοιχεία που σου προσφέρει το περιβάλλον, με τη βεβαιότητα πως όλα αυτά σου ανήκουν, γιατί ακόμη κι αν δεν ξέρεις το πώς, τα έχεις κερδίσει.


Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Ο φτωχός γελαδάρης





Στη στέπα της Αργεντινής, κοντά σ’ ένα χωματόδρομο, στέκεται ένας γελαδάρης στην πόρτα του φτωχικού του και πίνει το τσάι του. Ξαφνικά, σταματάει δίπλα του ένα πολύ μεγάλο, πολυτελές και, φυσικά, πανάκριβο αυτοκίνητο. Από το αυτοκίνητο κατεβαίνει ένας καλοντυμένος κύριος και λέει στον γελαδάρη:
«Για πες μου, καλέ μου άνθρωπε… Μπορείς να μου δείξεις πού βρίσκεται η αγροικία ‘Ο Κόκορας’;»
Ο ερωτώμενος πίνει μια γουλιά τσάι και λέει:
«Ο Κόκορας; Ο Κόκορας… Ο Κόκορας… Κοιτάξτε, βγαίνω πολύ σπάνια και… Ο Κόκορας, εδώ… δεν ξέρω να σας πω.»
«Θα πρέπει να είναι κάπου εδώ κοντά, γιατί μου είπαν να πάρω την έξοδο του αυτοκινητόδρομου στο 215 χιλιόμετρο δεξιά και, αφού προχωρήσω γύρω στα είκοσι λεπτά στον χωματόδρομο, θα δω την αγροικία μπροστά μου. Επειδή όμως οδηγώ ήδη δεκαπέντε λεπτά, σκέφτηκα μήπως…»
«Ο Κόκορας; Όοοχι… Ο Κόκορας εδώ, όχι… Βγαίνω τόσο σπάνια που… Δεν ξέρω καθόλου να σας πω…»
«Κοίτα… δεν μπορεί να μην ξέρεις… Είναι η αγροικία της οικογένειας του Ροντρίγκες Άλσαγκα. Ο μεγάλος γιος είχε εκλεγεί ακόμη και γερουσιαστής.»
«Ροντρίγκες Άλσαγκα; Ο Κόκορας; Όοοχι, εδώ όχι… Γερουσιαστής; Όχι, απ’ όσο ξέρω όχι.»
«Κανένας γείτονας, κάποιος εδώ κοντά να ρωτήσω;»
«Όχι, εδώ όχι, είναι απομονωμένο αυτό το μέρος… Γείτονες, εδώ; Δεν έχω δει ποτέ μου κανέναν. Βγαίνω τόσο σπάνια που, αλήθεια σας λέω, γείτονες, αυτό που λέμε γείτονες, εδώ όχι, δεν έχω δει κανέναν. Ο Κόκορας είπατε;»
«Ναι, Ροντρίγκες Άλσαγκα, ο γερουσιαστής.»
«Εδώ όχι… Δεν ξέρω να σας πω.»
«Καλά, μην ανησυχείς. Μήπως ξέρεις πού μπορώ να βρω ένα πρατήριο βενζίνης;»
«Πρατήριο βενζίνης; Εννοείτε… εκεί που βάζουν βενζίνη στα τρακτέρ;»
«Ναι, βενζινάδικο.»
«Δεν ξέρω… Εδώ, βενζινάδικο… Επειδή εγώ δεν έχω τρακτέρ, καταλαβαίνετε; Βενζινάδικο, εδώ όχι… Θα θέλατε έναν γείτονα είπατε; Όχι δεν υπάρχει, εδώ όχι… Ροντρίγκες Άλσαγκα; Ο Κόκορας; Δεν ξέρω να σας πω, γιατί, βλέπετε, εγώ είμαι πάντα εδώ, δεν πάω πουθενά.»
«Καλά εντάξει, δεν πειράζει. Πες μου πώς θα πάω στο χωριό και θα ρωτήσω εκεί.»
«Στο χωριό;»
«Ναι, σ’ ένα χωρίο.»
«Εννοείτε… με σπίτια…»
«Ένα χωριό!»
«Μμμ… Δεν μπορώ να σας δείξω, βλέπετε, βγαίνω τόσο σπάνια… Πήγα κάποτε σ’ ένα χωριό, όταν ήμουνα μικρός, με τον πατέρα μου. Θα ήμουν 5-6 χρόνων και πήγαμε σ’ ένα μέρος με σπίτια που είχε και μια πλατεία και… Αλλά δεν ξέρω να σας πω προς τα πού πέφτει, γιατί εγώ σχεδόν δεν κουνιέμαι από δω, καταλάβατε; Ο Κόκορας, είπατε; Ροντρίγκες Άλσαγκα; Βενζινάδικο; Γείτονας; Η αλήθεια είναι πως εδώ γύρω, όχι…»
«Πολύ καλά, εντάξει, βλέπω πως δεν μπορείς να με βοηθήσεις. Πες μου πώς θα επιστρέψω στον αυτοκινητόδρομο κι από κει θα δω τι θα κάνω.»
«Στον αυτοκινητόδρομο;»
«Μα, άνθρωπέ μου! Εσύ… Δεν είναι δυνατόν! Σου λέω για τους Ροντρίγκες Άλσαγκα, δεν τους ξέρεις! Την αγροικία ‘Ο Κόκορας’, δεν την ξέρεις! Δεν ξέρεις πού  μένει ένας γείτονας! Δεν ξέρεις που υπάρχει ένα βενζινάδικο! Δεν ξέρεις να πας στο χωριό! Και τώρα σε ρωτάω πώς να βγω στον αυτοκινητόδρομο, κι ούτε αυτό το ξέρεις! Ε, λοιπόν, είσαι άσχετος, βλάκας, δεν ξέρεις τίποτα, είσαι ηλίθιος!»
Κι ο χωρικός του απαντάει:
«Κοιτάξτε, μπορεί εγώ να είμαι όλα αυτά που λέτε, εδώ όμως, ο μόνος χαμένος είστε εσείς…»


Κάποια πράγματα που θεωρούμε ότι είναι χρήσιμα σ’ εμάς, δεν είναι κατ’ ανάγκην, χρήσιμα και στους άλλους…


Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Τα σανδάλια του σκλάβου





Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας βασιλιάς, υπεροπτικός αλλά και γενναιόδωρος. Είχε έναν σκλάβο ο οποίος τον υπηρετούσε με αφοσίωση και πολύ χιούμορ. Ο βασιλιάς ζητούσε συχνά τις συμβουλές του φτωχού σκλάβου και έβρισκε τόση σοφία στις συμβουλές του, ώστε άρχισε να περνά όλο και περισσότερο χρόνο μαζί του, συζητώντας ακόμα και υψηλές υποθέσεις του κράτους. Κάποια μέρα διόρισε τον σκλάβο του ανώτατο βασιλικό σύμβουλο. Όπως θα το περίμενε κανείς, ο σκλάβος άρχισε να απολαμβάνει όχι μόνο υψηλή θέση, αλλά και πολλά εξαιρετικά υλικά οφέλη και πολυτέλειες.
Κάποιοι από τους άλλους συμβούλους του βασιλιά άρχισαν να νιώθουν μεγάλη ζήλια για τον ευνοούμενο αυτόν, τόσο έντονη, ώστε άρχισαν να συνωμοτούν εναντίον του. Παρατήρησαν ότι κάθε βράδυ, μια συγκεκριμένη ώρα, εκείνος πήγαινε σ’ ένα κλειδωμένο δωμάτιο μέσα στο παλάτι, έμπαινε εκεί μέσα, κλείδωνε την πόρτα πίσω του, έμενε εκεί μέσα για πολλή ώρα, κι όταν έφευγε ξανακλείδωνε την πόρτα. Κλειδί δεν διέθετε κανένας άλλος και τα παρακάλια τους να χρησιμοποιήσουν αυτή την αίθουσα απορρίπτονταν.
Ένα βράδυ, γνωρίζοντας καλά ότι ο πρώην σκλάβος είχε κλειστεί μέσα στο δωμάτιο, οι ζηλιάρηδες σύμβουλοι πήγαν μέχρι τον βασιλιά και ψιθύρισαν στ’ αυτί του:
«Πιστεύουμε ότι ο σύμβουλος σας, αυτός ο πρώην σκλάβος σας, συμπεριφέρεται με πολύ ύποπτο τρόπο! Γιατί δηλαδή να μπαίνει κάθε βράδυ σ’ ένα δωμάτιο κλειδωμένο, που κανείς άλλος δεν επιτρέπεται να επισκεφτεί; Πιστεύουμε ότι πρόκειται για έναν απατεώνα που πιθανόν να συναντά συνωμότες, ακόμη κι ετούτη τη στιγμή που μιλάμε, με σχέδια κατά της ίδιας της ζωής της μεγαλειότητάς σας».
Η απειλή κατά της ζωής ενός βασιλιά δεν γίνεται να αντιμετωπιστεί επιπόλαια. Ο βασιλιάς κατσούφιασε και το πρόσωπό του άσπρισε από τον θυμό: «Να με οδηγήσετε αμέσως σ’ αυτό το δωμάτιο!»
Ο βασιλιάς και οι ζηλιάρηδες σύμβουλοι μαζεύτηκαν έξω από την κλειδωμένη θύρα. Ο βασιλιάς άπλωσε το σκήπτρο του και την κοπάνισε δυνατά. Σε λίγες στιγμές ο σκλάβος σύμβουλος άνοιξε την πόρτα κατάπληκτος.
«Τι σημαίνει αυτή η ύποπτη και μυστική συμπεριφορά;» μούγκρισε ο βασιλιάς. «Απαιτώ άμεση πρόσβαση στον χώρο!»
Με πολύ βαθιά υπόκλιση ενώπιον του αφέντη του, ο σκλάβος έκανε στην άκρη και άφησε να μπουν μέσα ο βασιλιάς και οι ακόλουθοί του με τα γουρλωμένα μάτια.
Μέσα στο δωμάτιο δεν υπήρχε τίποτε, ούτε κάποιο έπιπλο ή κάτι το πολυτελές. Μόνο στον έναν τοίχο κρεμόταν ένα ζευγάρι κουρελιασμένα σανδάλια, ενώ από κάτω τους υπήρχαν οι ακόλουθες λέξεις: «Τα χειρότερα κακά των ανθρώπων επέρχονται δια του φαρισαϊσμού».
«Και τι σημαίνει αυτό;», τραύλισε ο βασιλιάς.
«Μεγαλειότατε, κάθε βράδυ επανέρχομαι με μυστικότητα εδώ για να θυμηθώ τις ημέρες που ζητιάνευα, διαλογιζόμενος εμπρός σ’ αυτά τα κουρελιασμένα και βρωμερά σανδάλια που φορούσα πριν γίνω σκλάβος σας. Αυτό το κάνω για να προστατευτώ απ’ τη συναίσθηση ότι είμαι καλύτερος από όλους τους άλλους. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα εξακολουθήσω να εκτιμώ τη σημερινή μου καλοτυχία ενώ ταυτόχρονα θα συνεχίσω να προφυλάσσομαι από τις ραδιουργίες εναντίον άλλων, μέσω αδικαιολόγητων υποψιών και αισθημάτων ζήλιας».

Ντροπιασμένος αποχώρησε ο βασιλιάς, αφήνοντάς τον στον διαλογισμό του, ενώ οι ζηλόφθονοι σύμβουλοι τιμωρήθηκαν με την απόλυσή τους από τη βασιλική αυλή.

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Τα πολλά σου πρόσωπα





Μια φορά κι έναν καιρό, ο Θεός είχε υποσχεθεί να επισκεφθεί το σπίτι μιας γυναίκας. Η γυναίκα ήταν πολύ ευτυχισμένη και χαρούμενη. Καθάριζε και προετοίμαζε το σπίτι της ώστε να υποδεχτεί τον Θεό. Σφουγγάριζε παντού, σκούπιζε την αυλή και συγύριζε τα έπιπλα στο σπίτι. Τα έκανε να φαίνονται όμορφα και καθαρά. Αφού τα τακτοποίησε όλα, κάθισε και περίμενε. Ξάφνου κάποιος χτύπησε την πόρτα. Η γυναίκα έτρεξε να ανοίξει. Ήταν ένας ζητιάνος που στεκόταν απ’ έξω.
«Σας παρακαλώ, όχι σήμερα. Μη μ’ ενοχλείτε. Περιμένω τον Θεό να μ’ επισκεφθεί!». Έδιωξε τον ζητιάνο κι έκλεισε την πόρτα.
Λίγο αργότερα, κάποιος χτυπάει ξανά την πόρτα και η γυναίκα πηγαίνει αμέσως να ανοίξει. Και ποιον συναντάει; Ένα παιδάκι που πουλούσε ημερολόγια ώστε να συγκεντρώσει χρήματα για την εκδρομή του σχολείου του.
«Λυπάμαι, δεν μπορώ σήμερα. Περιμένω τον Θεό!» απάντησε η γυναίκα και έκλεισε δυνατά την πόρτα. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και κάποιος χτυπάει ξανά. Για άλλη μια φορά, η γυναίκα την ανοίγει. Ένας περαστικός με αγριωπή ματιά και απεριποίητα ρούχα την παρακάλεσε να τον αφήσει να χρησιμοποιήσει τη βρύση του κήπου της για να ξεπλύνει τα χέρια του που είχαν μουτζουρωθεί από ένα μηχανολογικό πρόβλημα που του είχε παρουσιαστεί στο αυτοκίνητό του.
«Ω, δεν μπορώ. Περιμένω τον Θεό. Δεν μπορώ να σε αφήσω να κάνεις νερά στην αυλή μου που μου πήρε τόση ώρα να καθαρίσω!» Ο άνθρωπος έφυγε. Η γυναίκα εξακολουθούσε να περιμένει τον Θεό. Οι ώρες πέρασαν και η μέρα έγινε βράδυ. Κανένα σημάδι από το δώρο του Θεού. Η γυναίκα αποθαρρύνθηκε και αναρωτήθηκε «Που είναι ο Θεός που υποσχέθηκε πως θα μ’ επισκεφτεί;»
Τελικά αποκοιμήθηκε και είδε ένα όνειρο, πως ο Θεός της εμφανίστηκε και της είπε: «Σήμερα, σε επισκέφθηκα τρεις φορές και τρεις φορές με έδιωξες».



Ο Θεός εμφανίζεται μόνο σε εκείνους που τον αναζητούν και τον περιμένουν με τα μάτια της ψυχής και της καρδιάς.

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Το σακίδιο





Μια φορά κι έναν καιρό, ο Νασδρεντίν είδε κάποιον να κάθεται στη άκρη του δρόμου γεμάτος απελπισία και αποθάρρυνση. Τον ρώτησε τι του συμβαίνει:
«Η ζωή μου, αδερφέ μου, δεν έχει κανένα ενδιαφέρον», απάντησε εκείνος. «Έχω αρκετά λεφτά, οπότε δεν έχω ανάγκη να δουλεύω, κι έτσι ταξιδεύω ώστε να ψάξω να βρω κάτι πιο ενδιαφέρον και πιο ευχάριστο να κάνω, από το να περνάω τη ζωή μου σπίτι μου. Και μέχρι τώρα δεν το βρήκα!»
Χωρίς άλλη λέξη ο Νασδρεντίν άρπαξε το σακίδιο του ταξιδιώτη κι όρμησε τρέχοντας στον κατήφορο. Καθώς γνώριζε καλά την περιοχή, εύκολα εξαφανίστηκε από τα μάτια του θύματος και σε λίγο βρέθηκε περίπου στο ίδιο μέρος της κλοπής, ενώ το θύμα ήταν μακριά. Έβαλε ξανά το σακίδιο στην ίδια θέση και περίμενε το απελπισμένο ταξιδιώτη να ξαναγυρίσει.
Ξάφνου ο φουκαράς φάνηκε από τον δρόμο, καταστεναχωρημένος για την απώλειά του και μόλις είδε το σακίδιο, έτρεξε επάνω του ξεφωνίζοντας απ’ τη χαρά του!
«Να ένας ωραίος τρόπος να μοιράζεις χαρά», είπε ο Νασδρεντίν.


Εκτίμησε σήμερα όλα όσα έχεις πριν βρεθείς στη δυσχερή θέση να τα εκτιμήσεις όταν τα χάσεις…!


Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Προσπαθείς να γίνεις κάτι που δεν είσαι;





Κάποτε ήταν ένας κόρακας που δεν του άρεσαν τα φτερά του και ονειρευόταν να γίνει παγόνι. Τα άλλα κοράκια του έλεγαν ότι ήταν μια χαρά, αλλά εκείνος τους έκανε τα παράπονά του, έλεγε ότι του φαινόταν θλιβεροί και πετούσε πέρα να θαυμάζει τα παγόνια.
Τα παγόνια κορδώνονταν τριγυρίζοντας με τις πολύχρωμες ουρές τους τεντωμένες και με μερικά φτερά να τους πέφτουν χάμω, προς μεγάλη χαρά του κόρακα, ο οποίος τα έπαιρνε και τα κολλούσε στις φτερούγες, στην ουρά του και μερικά στο κεφάλι του.
«Τώρα είμαι τόσο όμορφος όσο ένα παγόνι», έλεγε.
Όταν όμως τόλμησε να περπατήσει περήφανα ανάμεσά τους, τα παγόνια τον ράμφιζαν και τον τσιμπούσαν, φωνάζοντας «Δεν είσαι παγόνι, μη μας μιμείσαι!»
Απογοητευμένος και με μερικά φτερά παγωνιών ακόμη κολλημένα πάνω του, γύρισε στη φωλιά του αλλά κανείς δεν τον ήθελε παρέα μετά την προσβολή που τους έκανε!
Και καθώς καθόταν ολομόναχος στην άκρη, τα άλλα κοράκια έλεγαν:

«Είναι χαζομάρα να προσπαθείς να γίνεις αυτό που δεν είσαι. Μάθε ν’ αγαπάς τα φτερά που έχεις!»

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Οι ταξιδιώτες και η αρκούδα





Μια φορά κι έναν καιρό, δυο άνδρες περπατούσαν σε ένα δάσος, όταν ξαφνικά τους έκοψε το δρόμο μια αρκούδα. Ο ένας απ’ αυτούς σκαρφάλωσε γρήγορα πάνω σ’ ένα δέντρο και κρύφτηκε ανάμεσα στα κλαδιά. Ο άλλος, βλέποντας πως δεν τον παίρνει να κάνει το ίδιο, έπεσε στο χώμα, κι όταν η αρκούδα τον έφτασε κι άρχισε να τον μυρίζει, εκείνος κράτησε την αναπνοή του και έκανε τον πεθαμένο όσο καλύτερα μπορούσε. Σύντομα η αρκούδα τον άφησε επειδή, όπως λέγεται, δεν αγγίζει ψοφίμια. Όταν είχε απομακρυνθεί για τα καλά, ο άλλος κατέβηκε απ’ το δέντρο και του έκανε πλάκα ρωτώντας τον τι του ψιθύριζε η αρκούδα στο αυτί.

«Μια συμβουλή μου έδωσε», είπε ο άλλος. «Μην ταξιδεύεις μαζί με κάποιον που θα σε παρατήσει όταν μυριστεί κίνδυνο!»

Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Οι ναυαγοί





Κάποτε δυο ναυαγοί βρέθηκαν σ’ ένα ακατοίκητο νησί. Αφού αρχικά τους κυρίευσε ο τρόμος, η απόγνωση και η αβεβαιότητα, κατέληξαν ότι το να ανησυχούν δεν ήταν ιδιαίτερα εποικοδομητικό και συμφώνησαν να αρχίσουν να προσεύχονται για να βρεθεί μια λύση στο πρόβλημά τους και κάποιος να τους σώσει από το ερημονήσι που είχαν καταλήξει. Όμως, για να αποφασίσουν τίνος η προσευχή ήταν περισσότερο αποτελεσματική, σκέφθηκαν να χωρίσουν το νησί στα δύο και να μείνει ο ένας στη μια άκρη του νησιού και ο άλλος στην άλλη.
Το πρώτο πράγμα για το οποίο προσευχήθηκα ήταν το φαγητό. Το άλλο πρωί, ο πρώτος άνδρας είδε ένα δέντρο φορτωμένο με φρούτα στην πλευρά του νησιού που ήταν δική του και μπόρεσε να φάει από τους καρπούς του. Η γη του άλλου έμεινε άγονη.
Μετά από μια βδομάδα, ο πρώτος άνδρας ένιωσε μοναξιά και αποφάσισε να προσευχηθεί για να αποκτήσει γυναίκα. Την άλλη μέρα, ένα άλλο καράβι ναυάγησε και η μόνη επιζήσασα ήταν μια γυναίκα που κολύμπησε μέχρι την πλευρά του νησιού που ήταν δική του. Στην άλλη πλευρά του νησιού, τίποτα.
Σύντομα, ο πρώτος άνδρας προσευχήθηκε για σπίτι, ρούχα, περισσότερο φαγητό. Την άλλη μέρα, όλα αυτά του δόθηκαν. Ο δεύτερος πάλι δεν είχε τίποτα.
Τελικά, ο πρώτος άνδρας προσευχήθηκε για ένα καράβι, ώστε αυτός και η γυναίκα του να μπορέσουν να φύγουν απ’ το νησί.
Το πρωί, η θάλασσα έφερε ένα ακυβέρνητο καράβι στη δική του πλευρά του νησιού. Επιβιβάστηκε αυτός και η γυναίκα του στο πλοίο και αποφάσισε να αφήσει τον άλλον άνδρα στο νησί. Τον θεωρούσε ανάξιο να λάβει τις ευλογίες του Θεού, αφού καμία από τις προσευχές του δεν είχε εισακουστεί.
Καθώς το καράβι ήταν έτοιμο να φύγει, ο πρώτος άνδρας άκουσε μια φωνή να αντηχεί από τον ουρανό: «Γιατί άφησες τον σύντροφό σου στο νησί;»
«Οι ευλογίες μου είναι δικές μου και μόνο δικές μου, αφού εγώ ήμουν αυτός που προσευχήθηκα γι’ αυτές», απάντησε ο άνδρας. «Καμία από τις προσευχές του δεν εισακούστηκε κι έτσι δεν αξίζει τίποτα».
«Κάνεις λάθος!», τον επέπληξε η φωνή. «Προσευχόταν μόνο ένα πράγμα, το οποίο εισακούστηκε. Αν δεν προσευχόταν γι’ αυτό, δεν θα είχες λάβει καμιά από τις ευλογίες μου».
«Πες μου», ρώτησε ο πρώτος άνδρας τη φωνή. «Για πιο πράγμα προσευχόταν, για το οποίο του χρωστάω τα πάντα;»
«Προσευχόταν να εισακουστούν οι δικές σου προσευχές!»



Οι ευλογίες μας δεν είναι οι καρποί των προσευχών μας μόνο, αλλά οι καρποί των προσευχών κάποιου που προσεύχεται για μας…

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Ο επαρχιώτης ποντικός





Ένας ποντικός ήταν ευχαριστημένος απ’ το σπίτι του στην εξοχή μέχρι που δέχτηκε την επίσκεψη ενός εξαδέλφου του από την πόλη.
Ο αστός είπε στον ξάδελφο χωριάτη, «Εμείς εκεί στην πόλη τρώμε τυρί, ψάρι και ψωμί. Κάθε βράδυ μου φέρνουν το δείπνο μου και τρώω ότι μου αρέσει. Όμως εσύ σπας τα πόδια σου για λίγα ψίχουλα σ’ αυτό το φτωχόσπιτο. Εγώ έχω μάθει στην πολυτέλεια. Στον καθένα ότι του ανήκει, θα έλεγα!»
Ακούγοντας αυτά ο πρώτος, είδε πως το σπίτι του δεν τον ευχαριστούσε άλλο, ούτε το ότι έπρεπε να κυνηγάει και να περιμαζεύει την τροφή του. Έτσι αποφάσισε να πάει στην πόλη μαζί με τον εξάδελφό του. Και πήγαν στο όμορφο σπίτι στην πόλη.
«Σσσς! Οι άνθρωποι είναι στο σαλόνι», είπε ο ντόπιος. «Ας τρυπώσουμε στην κουζίνα για λίγο ψωμοτύρι». Κι ο ντόπιος έκανε στον ξένο μια άνετη βόλτα ανάμεσα στα αποφάγια του τραπεζιού. «Αυτό θα πει εύκολη ζωή», είπε καθώς δάγκωνε ένα κομμάτι ψωμί. Τη στιγμή που ήταν έτοιμη να δαγκώσουν από μια μπουκιά τυρί, μπήκε μέσα η ΓΑΤΑ!
«Τρέχα! Τρέχα!» είπε ο ποντικός της πόλης. «Ο γάτος είναι μέσα στο σπίτι!»

Καθώς ο επαρχιώτης ποντικός, για να γλιτώσει τη ζωή του, το έβαλε στα πόδια και πήδηξε έξω απ’ το παράθυρο, είπε: «Ξάδελφε, πάω πίσω στο χωριό μου! Δεν μου είπες ποτέ ότι εδώ υπάρχει μια ΓΑΤΑ! Σ’ ευχαριστώ, αλλά προτιμώ τα φτωχά μου ψίχουλα εν ειρήνη, πάνω από όλες σου τις πολυτέλειες μέσα στον φόβο!»

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Ο αχάριστος φούρναρης





Κάποτε ένας ζητιάνος πρόβαλε στην πόρτα ενός πλουσίου φούρναρη ζητώντας του ψωμί.
«Πόσο μεγάλη είναι η σοφία σου», του είπε ο φούρναρης και αμέσως άρχισε να του μιλάει για αλεύρι και δημητριακά, για σπόρους και κριθάρι, ώστε ακόμα κι ο ίδιος εντυπωσιάστηκε σαν να έλεγε απέξω τις οδηγίες. Εκείνος όμως συνέχιζε να θέλει ψωμί.
«Πόσο σοφός είσαι», του είπε πάλι και τον πήγε να δει τις εγκαταστάσεις του φούρνου του. Του εξήγησε ότι κανείς από τους άλλους φουρνάρηδες δεν είχε τέτοιο συγκρότημα. Μετά του έδειξε τη μεγάλη αίθουσα παρουσιάσεων, που την λέμε και αίθουσα «εμπνεύσεων», όπου το προσωπικό και άλλο ακροατήριο, μαζεύτηκαν να τον ακούσουν να δίνει συνταγές από το βιβλίο του.
«Θέλεις να ακούσεις;», τον ρώτησε
«Όχι», απάντησε, «Θα ήθελα λίγο ψωμί».
«Πόσο σοφός είσαι», του ξαναείπε ο φούρναρης. Τον οδήγησε στο μπροστινό μέρος του φούρνου και του εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια πόσο σκάρτο ψωμί βγάζουν οι άλλου δυο φούρνοι της γειτονιάς, που ο ένας βάζει δυο κουταλιές αλάτι, αντί για μια, και ο άλλος έχει δυο βαθμούς υψηλότερη θερμοκρασία που κάνει τα ψωμιά τους να μην είναι σύμφωνα με το βιβλίο.
Ο ζητιάνος του γύρισε την πλάτη κι άρχισε ν’ απομακρύνεται.
«Δεν θέλεις ψωμί;» φώναξε ο φούρναρης.
Σταμάτησε, τον κοίταξε και σήκωσε τους ώμους του λέγοντας, «Σαν να μου κόπηκε η όρεξη».
Ο φούρναρης κούνησε το κεφάλι του και γύρισε πίσω στο γραφείο του. «Αίσχος», μουρμούρισε, «ο κόσμος δεν χολοσκάει πια για σωστό ψωμί!»



Πόσοι είναι εκείνοι οι άνθρωποι, που αδιαφορούν για τον πόνο του διπλανού τους, την ώρα μάλιστα που ξετυλίγεται μπροστά τους…

Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Η παγίδα





Ένα ποντικάκι πλησίασε ένα κοιμισμένο λιοντάρι, θαύμαζε τ’ αυτιά του, τα μουστάκια και τη χαίτη του. «Μια που κοιμάται δεν θα καταλάβει ότι είμαι εδώ», λέει μέσα του και σκαρφαλώνει από την ουρά του, τρέχει πάνω στη ράχη του, γλιστράει στο ένα του πόδι και πέφτει ανάμεσα στα πέλματά του. Το λιοντάρι ξυπνάει και το αιχμαλωτίζει μέσα στα νύχια του.
«Σε παρακαλώ», λέει στο λιοντάρι, «άσε με να φύγω, κι εγώ θα γυρίσω μια μέρα και θα σε βοηθήσω!»
«Πώς θα με βοηθήσεις τόσο μικρός που είσαι;», λέει το λιοντάρι και βάζει τα γέλια. Όμως γελάει τόσο δυνατά που πρέπει να κρατήσει την κοιλιά του. Το ποντίκι δίνει ένα πήδημα και τρέχει…  κι ακόμα τρέχει.
Την άλλη μέρα ήρθαν στη ζούγκλα δυο κυνηγοί κι έφτασαν μέχρι τη φωλιά του λιονταριού. Εκεί ετοίμασαν μια μεγάλη παγίδα με σχοινιά, κι όταν το βράδυ γύρισε το λιοντάρι, πήγε κατευθείαν κι έπεσε μέσα στην παγίδα. Ούρλιαζε, έκλαιγε, αλλά ήταν αδύνατον να ξεφύγει.
Το ποντίκι άκουσε τους λυγμούς του κι έτρεξε να το βοηθήσει. Παρατήρησε την παγίδα και είδε ότι την κρατούσε στη θέση της ένα χοντρό σκοινί. Άρχισε να το τρώει και να το τρώει, μέχρι που το έκοψε, κι έτσι το λιοντάρι μπόρεσε να λασκάρει όλα τα άλλα σχοινιά και να λευτερωθεί.

Και τότε γύρισε στο ποντίκι και του είπε: «Καλέ μου φίλε, ήμουν ανόητος που μου φάνηκες αστείος επειδή είσαι μικροσκοπικός. Τελικά μου έσωσες τη ζωή!»